Διατροφή

Παιδική παχυσαρκία: Η Αχίλλειος πτέρνα της Ελλάδας

Η συχνότητα της παιδικής παχυσαρκίας έχει αυξηθεί στις δυτικοευρωπαϊκές χώρες τα τελευταία χρόνια σε τέτοιο βαθμό ώστε τα επιδημιολογικά δεδομένα να δείχνουν ότι περίπου το 20% των παιδιών της Ευρώπης είναι υπέρβαρα ή παχύσαρκα.

Δευτέρα, 30 Ιουλίου 2007

Παπαμίκος Βασίλειος
Νοσοκομειακός Διαιτολόγος ΓΝΑ – Κοργιαλένειο Μπενάκειο

Στις αρχές Ιουλίου έλαβε χώρα στην Αθήνα το δορυφορικό συμπόσιο του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, το οποίο πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της 17ης ετήσιας συνάντησης της Ευρωπαϊκής Ομάδας για την αντιμετώπιση της παιδικής παχυσαρκίας.

Η συχνότητα της τελευταίας έχει αυξηθεί στις δυτικοευρωπαϊκές χώρες τα τελευταία χρόνια σε τέτοιο βαθμό ώστε τα επιδημιολογικά δεδομένα να δείχνουν ότι περίπου το 20% των παιδιών της Ευρώπης είναι υπέρβαρα ή παχύσαρκα.

Τα τελευταία επιδημιολογικά δεδομένα καταδεικνύουν πως η γρήγορη πρόσληψη βάρους κατά τη διάρκεια της βρεφικής ηλικίας μπορεί να αποτελέσει παράγοντα κινδύνου για παιδική και ενήλικη παχυσαρκία καθώς και για ινσουλινοαντίσταση.

Η τελευταία δε, με βάση στοιχεία ελληνικής μελέτης, είναι πολύ συχνή ανάμεσα σε υπέρβαρα και παχύσαρκα ελληνόπουλα, με το γυναικείο φύλο, το σωματικό βάρος, το δείκτη μάζας σώματος και την περιφέρεια μέσης να αποτελούν ανεξάρτητους παράγοντες κινδύνου για εμφάνιση ινσουλινοαντίστασης στην παιδική ηλικία.

Πιθανό χαμηλό βάρος γέννησης του παιδιού σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο για ενήλικη ινσουλινοαντίσταση και εμφάνιση διαβήτη τύπου 2. Η ‘εμβρυική θεωρία της ινσουλίνης’ υποστηρίζει πως οι κληρονομούμενες γονιδιακές βλάβες που οδηγούν σε ινσουλινοαντίσταση σχετίζονται με το μέγεθος του μωρού και με τον κίνδυνο για διαβήτη τύπου 2.

Τη θεωρία αυτή φαίνεται να ενισχύει και πολύ πρόσφατη ελληνική μελέτη του Χαροκοπείου πανεπιστημίου (Genesis study) η οποία εντόπισε πως το μικρό μέγεθος του νεογνού, η έλλειψη πρακτικής του αποκλειστικού θηλασμού αλλά και το αυξημένο βάρος των γονέων μπορούν να προβλέψουν το υπέρβαρο στη βρεφική ηλικία.

Η ινσουλινοαντίσταση όμως είναι μόνο ένα επικίνδυνο για την υγεία χαρακτηριστικό. Αν συνδυαστεί με αυξημένη περιφέρεια μέσης, η οποία αποτελεί δείκτη συγκέντρωσης ενδοκοιλιακού σπλαγχνικού λίπους, υψηλά επίπεδα τριγλυκεριδίων, χαμηλά επίπεδα ‘καλής χοληστερόλης’ και υπέρταση δημιουργεί μια κατάσταση που χαρακτηρίζεται ως μεταβολικό σύνδρομο και θεωρείται πρόδρομος του διαβήτη τύπου 2 και της αθηροσκληρωτικής καρδιαγγειακής νόσου.

Σε ποιο βαθμό όμως το μεταβολικό σύνδρομο υπάρχει και στα παιδιά; Τα υπάρχοντα δεδομένα δεν έχουν καθορίσει σαφή κριτήρια για τη διάγνωσή του στα παιδιά. Πολύ πρόσφατη ελληνική μελέτη σε 420 ελληνόπουλα βρήκε πως ο επιπολασμός του μεταβολικού συνδρόμου ήταν υψηλός, ενώ μια δεύτερη μελέτη στη νοτιοανατολική Αττική βρήκε πως 1 στα 4 παχύσαρκα παιδιά και έφηβους παρουσιάζει ενδείξεις πρόωρου μεταβολικού συνδρόμου.

Επίσης ανησυχητικά ήταν τα ευρήματα μια άλλης ελληνικής μελέτης η οποία βρήκε αυξημένο επιλολασμό αρτηριακής υπέρτασης σε ελληνόπουλα από τη βόρεια Ελλάδα. Το τελικό συμπέρασμα για τους μικρούς φίλους μας είναι πως αν έχουν μεγάλη περιφέρεια μέσης τότε είναι πολύ πιθανό να έχουν και μεταβολικό σύνδρομο με όλες τις προαναφερόμενες δυσάρεστες συνέπειες.

Αν κάποιος, όμως, ήθελε να εξετάσει τον ρόλο της διατροφής στην εμφάνιση της παιδικής παχυσαρκίας θα διαπίστωνε πως η πρόσληψη πρωτεΐνης κατά τη διάρκεια των πρώτων μηνών μετά τη γέννηση έχει συσχετισθεί με μεγαλύτερο βάρος και αυξημένη ποσότητα σωματικού λίπους καθώς και ότι ο θηλασμός συσχετίζεται με χαμηλότερο κίνδυνο υπέρβαρου ή παχυσαρκίας στην ενήλικη ζωή.

Επίσης, έχει παρατηρηθεί ότι τα βρέφη που τρέφονται με υποκατάστατα γάλακτος λαμβάνουν μεγαλύτερα ποσά ενέργειας και πρωτεΐνης.

Η ελληνική μελέτη genesis από το Χαροκόπειο πανεπιστήμιο βρήκε πως τα υπέρβαρα παιδιά ή αυτά που είχαν αυξημένη πιθανότητα να είναι υπέρβαρα προσλάμβαναν μεγαλύτερη ποσότητα ενέργειας, πρωτεΐνης και λίπους. Η γευστικότητα και η ενεργειακή πυκνότητα των τροφίμων επηρεάζουν την παιδική διατροφική συμπεριφορά, με άλλα λόγια τη συχνότητα και την ποσότητα των καταναλισκούμενων γευμάτων.

Μια λύση σε αυτό το πρόβλημα είναι τα παιδιά να καταναλώνουν φρούτα, λαχανικά και σούπες, τα οποία είναι τροφές με χαμηλή ενεργειακή πυκνότητα και υψηλή ικανότητα κορεσμού.

Ένα άλλο μεγάλο κεφάλαιο της παιδικής παχυσαρκίας είναι η κατανάλωση των αναψυκτικών από τα παιδιά. Εκείνο που έχει φανεί ως τώρα είναι πως παρά την υψηλή κατανάλωση αναψυκτικών, τα παιδιά δε μειώνουν αντίστοιχα τον αριθμό των γευμάτων με αποτέλεσμα να δημιουργείται θετικό ενεργειακό ισοζύγιο και περίσσεια θερμίδων.

Υπάρχει, όμως, και η κατηγορία των αναψυκτικών που εξαιτίας της περιεκτικότητάς τους σε σιρόπι καλαμποκιού υψηλής περιεκτικότητας σε φρουκτόζη μπορούν να παίζουν ρόλο στην αύξηση του βάρους επειδή επηρεάζουν τη λιπογένεση, την έκκριση της ινσουλίνης και την παραγωγή λεπτίνης (ορμόνης του λιπώδους ιστού).

Εκτός από τα αναψυκτικά ρόλο στην εφηβική παχυσαρκία φαίνεται να παίζει και η υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ, όπως έδειξε ελληνική μελέτη που πραγματοποιήθηκε στην Τήνο.

Η παχυσαρκία, με βάση τη μελέτη αυτή, ήταν υψηλότερη ανάμεσα στους έφηβους που έπιναν και η κατανάλωση αλκοόλ ολοένα και αυξάνεται στις τάξεις των εφήβων. Σε όλα αυτά έρχονται να προστεθούν τα ευρήματα μια άλλης ελληνικής μελέτης τα οποία έδειξαν ότι η υπερκατανάλωση αλατισμένων και γλυκών τροφίμων από τα παιδιά συσχετίστηκε με αυξημένα επίπεδα αρτηριακής πίεσης μέσω της αύξησης του σωματικού βάρους.

Το ολοένα αυξανόμενο μέγεθος των μερίδων (σνακς, αναψυκτικά, φαστ φουντ), η εύκολη προσβασιμότητα των ταχυφαγείων, ο ελάχιστος ελεύθερος χρόνος, ο καθιστικός τρόπος παιχνιδιού, η κατανάλωση φαγητού για μεγάλο χρονικό διάστημα μπροστά στην τηλεόραση, η προβολή ανθυγιεινών προϊόντων από τις διαφημίσεις, η τάση για μεγαλύτερη κατανάλωση φαγητού σε εστιατόρια, η παράλειψη του πρωινού γεύματος*, τα φτωχά σε θρεπτικά συστατικά και πλούσια σε αλάτι και κορεσμένα λιπαρά μενού των σχολικών κυλικείων είναι παράγοντες που έχουν συσχετισθεί με ανθυγιεινές συμπεριφορές και υπερβολική πρόσληψη λίπους και θα πρέπει να ληφθούν σοβαρά υπόψη.

Επίσης ας μη λησμονούμε πως απαιτούνται τουλάχιστον 30 λεπτά για να παρατηρηθούν αλλαγές των επιπέδων στο αίμα των ορμονών που ρυθμίζουν την όρεξη. Έτσι, αν ένα παιδί καταναλώνει το γεύμα μέσα σε 15 λεπτά, δεν παρέχει στον οργανισμό του τον απαιτούμενο χρόνο για να προσαρμοστεί και να νιώσει το αίσθημα κορεσμού με πιθανότερο αποτέλεσμα την μετέπειτα αθρόα εισροή θερμίδων τη στιγμή που το γεύμα θα έπρεπε να είχε τερματιστεί.

Ελληνική μελέτη διαπίστωσε πως τα αγόρια τρώνε γρηγορότερα σε σχέση με τα κορίτσια, πράγμα το οποίο δικαιολογεί εύρημα άλλης ελληνικής μελέτης που διαπίστωσε υψηλότερο ποσοστό υπέρβαρου σε αγόρια σε σχέση με κορίτσια. Τα τελευταία φάνηκε πως είναι πιο επιρρεπή σε διατροφικές παρεκτροπές όταν είναι συναισθηματικά φορτισμένα.

Επιπρόσθετα σε αυτά τα δεδομένα, η μελέτη της Τήνου έδειξε πως αρκετά από τα ελληνόπουλα του νησιού έτρωγαν λιγότερα από 3 γεύματα την ημέρα, δεν κατανάλωναν πρωινό γεύμα και στο σχολείο δεν έτρωγαν τίποτα. Κάποια άλλα έπιναν μόνο γάλα για πρωινό.

Τα περισσότερα δε, κατανάλωναν γλυκά περισσότερες από 3 φορές την ημέρα, ενώ έτρωγαν γρήγορα μπροστά στην τηλεόραση ή τον υπολογιστή.

Συμπερασματικά, θα λέγαμε πως το φαινόμενο της παχυσαρκίας έχει τέτοια διεισδυτικότητα που κατάφερε να αλώσει μέχρι και τις νεότερες και ευαίσθητες τάξεις του πληθυσμού μας. Ειδικά στην Ελλάδα, στη χώρα της μεσογειακής διατροφής με τις τόσες ευεργετικές επιδράσεις για την υγεία, είναι ανεπίτρεπτο να έχουμε φτάσει στο σημείο του πληθυσμιακού συναγερμού σε ό,τι αφορά το συγκεκριμένο φαινόμενο.

Θα χρειαστεί μια άριστη συνεργασία μεταξύ των υπουργείων και των διάφορων επιστημονικών φορέων αν θέλουμε να επιτευχθεί κάτι ουσιαστικό. Δεν αρκούν μόνο οι προσπάθειες της ελληνικής εταιρείας παχυσαρκίας με παρεμβάσεις σε σχολεία και στο ευρύ κοινό.

Ο Πανελλήνιος Σύλλογος Διαιτολόγων και ο Πανελλήνιος Σύλλογος Νοσοκομειακών Διαιτολόγων θα πρέπει να δραστηριοποιηθούν, όχι σε κάποιο γενικό πλαίσιο και ανεξάρτητα, αλλά να συντονιστούν και να εναρμονιστούν με το συνολικό εγχείρημα της αντιμετώπισης της παιδικής παχυσαρκίας.

Το κράτος από την πλευρά του θα πρέπει να δείξει την απαραίτητη διάθεση για συνεργασία.

*Μελέτη του Χαροκοπείου πανεπιστημίου έδειξε πως τα παιδιά που κατανάλωναν δημητριακά πρωινού είχαν χαμηλότερο βάρος σε σχέση με το ύψος τους και μικρότερη πιθανότητα να γίνουν υπέρβαρα ή παχύσαρκα.



ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΜΠΕΙΤΕ ΣΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ

Loading ...
Προσθήκη Σχολίου

ΣΗΜΕΡΑ ΣΤΟ IATRONET.GR

Σεβόμαστε την ιδιωτικότητά σας


Εμείς και οι συνεργάτες μας χρησιμοποιούμε τεχνολογίες, όπως cookies, και επεξεργαζόμαστε προσωπικά δεδομένα, όπως διευθύνσεις IP και αναγνωριστικά cookies, για να προσαρμόζουμε τις διαφημίσεις και το περιεχόμενο με βάση τα ενδιαφέροντά σας, για να μετρήσουμε την απόδοση των διαφημίσεων και του περιεχομένου και για να αποκτήσουμε εις βάθος γνώση του κοινού που είδε τις διαφημίσεις και το περιεχόμενο. Κάντε κλικ παρακάτω για να συμφωνήσετε με τη χρήση αυτής της τεχνολογίας και την επεξεργασία των προσωπικών σας δεδομένων για αυτούς τους σκοπούς. Μπορείτε να αλλάξετε γνώμη και να αλλάξετε τις επιλογές της συγκατάθεσής σας ανά πάσα στιγμή επιστρέφοντας σε αυτόν τον ιστότοπο.

Πολιτική Cookies
& Προστασία Προσωπικών Δεδομένων