Παράλληλα, σημειώνει ότι η συνεργασία με την επίσημη πολιτεία για την κάλυψη των εφημεριών του ΕΣΥ ήταν μια «αυτονόητη υποχρέωση», ενώ επισημαίνει ότι η δυναμική επιστροφή του «Ερρίκος Ντυνάν», μέσω και της κορυφαίας διεθνούς πιστοποίησης ποιότητας και ασφάλειας κατά JCI, οδηγεί σε αναδιανομή των μεριδίων αγοράς στον ιδιωτικό τομέα παροχής υπηρεσιών υγείας.

Εν μέσω πανδημίας, το «Ερρίκος Ντυνάν» συνεργάστηκε με το ΕΣΥ παρέχοντας υπηρεσίες για non-Covid περιστατικά. Τι σας ώθησε σε αυτή την επιλογή; Ποια ήταν τα αποτελέσματα της σύμπραξης;

Δεν ήταν επιλογή, αλλά αυτονόητη υποχρέωση του νοσοκομείου μας και των ανθρώπων του προς την κοινωνία και το δοκιμαζόμενο ΕΣΥ. Ήταν μια απόφαση του μετόχου μας, της Τράπεζας Πειραιώς, και της διοίκησης του «Ντυνάν» να βοηθήσουμε την κοινωνία σ’ αυτή την πρωτόγνωρη πανδημία. Συμπληρώνοντας 20 χρόνια λειτουργίας, με παροχή υπηρεσιών υψηλού επιπέδου, το «Ερρίκος Ντυνάν» απέδειξε εκ νέου ότι διαθέτει την πείρα και τους αυτοματισμούς, ώστε να αντεπεξέλθει και στις πλέον ασυνήθιστες και πιεστικές καταστάσεις.

Στους σχεδόν 2,5 μήνες εθελοντικής στήριξης του προγράμματος εφημεριών του ΕΣΥ, προσήλθαν στο Τμήμα Επειγόντων περισσότεροι από 5.900 ασθενείς, ενώ οι νοσηλείες ξεπέρασαν τις 1.960, με μέσο όρο νοσηλείας τις 4,8 ημέρες. Και οφείλω να επισημάνω ότι αυτό το πρωτόγνωρο εγχείρημα στα ελληνικά χρονικά, αναλήφθηκε στο σύνολό του από εξειδικευμένους και μεγάλης εμπειρίας ιατρούς, χωρίς την υποστήριξη ειδικευομένων, γεγονός που προσαυξάνει την εθελοντική προσφορά τους.

Με αφορμή αυτή τη συνεργασία, θεωρείτε ότι διανοίγονται νέα πεδία συνεργασίας του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα στην υγεία; Ποια είναι τα περιθώρια για μια τέτοια σύμπραξη;

Περιθώρια συνεργασίας δημοσίου και ιδιωτικού τομέα υπήρχαν και θα υπάρχουν πάντα, αρκεί να είναι ξεκάθαροι οι στόχοι και οι όροι αυτής της συνεργασίας. Σε μια τέτοια περίπτωση, όλες οι πλευρές θα είχαν μόνον οφέλη. Αυτό, όμως, προϋποθέτει αφενός να υιοθετήσει το Δημόσιο τις ανάλογες βέλτιστες πρακτικές, την αυτονόητη ανάγκη να λειτουργήσουν τα δημόσια νοσοκομεία και με οικονομικά κριτήρια, αφετέρου το ιδιωτικό σύστημα περίθαλψης να αναδείξει και τον κοινωνικό ρόλο του. Συμπράξεις στο επίπεδο των προμηθειών, στην εφαρμογή νέων τεχνολογιών και αναδιοργάνωσης των υπηρεσιών, είναι εξίσου αυτονόητο ότι θα ευνοούσαν και τις δύο πλευρές. 

Το «Ερρίκος Ντυνάν» συμπλήρωσε ένα χρόνο με την κορυφαία παγκοσμίως διαπίστευση υπηρεσιών υγείας JCI. Πώς κρίνετε αυτή την πορεία μετασχηματισμού; Πόσο διαφοροποίησε τις υπηρεσίες του και την εταιρική του κουλτούρα;

Πήραμε τη διαπίστευση στις 14 Φεβρουαρίου 2020 και δύο εβδομάδες μετά κληθήκαμε να λάβουμε μέτρα προστασίας και να αναπροσαρμόσουμε όλες τις διαδικασίες σύμφωνα με τις οδηγίες του ΕΟΔΥ. Τότε καταλάβαμε τη μεγάλη χρησιμότητα της υπάρχουσας οργάνωσης βάσει JCI και την ευκολία και ταχύτητα με την οποία μπορέσαμε να προσαρμοστούμε. Από τους επιθεωρητές του JCI το νοσοκομείο είχε αξιολογηθεί σε περίπου 1.200 μετρήσιμα στοιχεία, τα οποία καλύπτουν τη συνολική λειτουργία μας. Αυτός ο κορυφαίος διεθνής φορέας επιβεβαίωσε όχι μόνο ότι το «Ντυνάν» βρίσκεται στο υψηλότερο σημείο ως προς τις υπηρεσίες υγείας που παρέχει, αλλά και την ετοιμότητά του να αντεπεξέλθει σε κάθε δοκιμασία. Η πανδημία ανέδειξε το νέο μοντέλο λειτουργία μας και με αυτό συνεχίζουμε.

Πώς σχολιάζετε την κατάσταση τώρα στα ιδιωτικά θεραπευτήρια; Ποιες είναι οι προοπτικές του κλάδου; Και ποια είναι η θέση του «Ερρίκος Ντυνάν»;

Με την είσοδο των funds τα τελευταία χρόνια, φαίνεται να έχει τελειώσει η εποχή που ο ιδιωτικός τομέας των υπηρεσιών υγείας ανήκε μόνο σε Έλληνες επιχειρηματίες. Άρα πηγαίνουμε σε μια «διεθνοποίηση» της ιδιοκτησίας, η οποία θα κάνει καλό μόνο αν εφαρμοστούν και εδώ οι αυτονόητοι κανόνες, κυρίως του ανταγωνισμού και της ποιοτικής άμιλλας.

Είναι πολύ νωρίς για να βγάλει κάποιος συμπεράσματα από την είσοδο των funds. Το «Ντυνάν» είναι μία εξαιρετική μονάδα υψηλού επιπέδου υπηρεσιών υγείας και με εξαιρετικούς ιατρούς, όπως επιβεβαιώθηκε και με την ιδιαίτερα επιτυχημένη συμμετοχή μας στις εφημερίες του ΕΣΥ. Είναι μία «πολύφερνη νύφη», που όλοι οι ιδιωτικοί πάροχοι υπηρεσιών υγείας τη θέλουν στην οικογένειά τους για διαφορετικούς λόγους. Κάποιοι θέλουν το «Ντυνάν» ως κορωνίδα του ομίλου τους, για αύξηση της δυναμικότητάς τους και αλλαγή επιπέδου ποιότητας υπηρεσιών υγείας και άλλοι για να στερήσουν αυτή τη δυνατότητα από τους ανταγωνιστές τους. Το μέλλον θα δείξει…

Στο πλαίσιο αυτό, ποια είναι τα επόμενα σχέδιά σας; Ποιες υπηρεσίες σκοπεύετε να εισαγάγετε ή να ενισχύσετε;

Το «Ερρίκος Ντυνάν» είναι η μεγαλύτερη ιδιωτική κλινική στην Ελλάδα και μία από τις μεγαλύτερες στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, με κτιριακές εγκαταστάσεις που κατασκευάστηκαν εξαρχής αποκλειστικά για τη λειτουργία νοσοκομείου. Αντιλαμβάνεστε ότι αυτό το πλεονέκτημα και μόνον, αποτελεί μια ισχυρή βάση για κάθε σχέδιο ανάπτυξης. Στα επόμενα σχέδιά μας είναι η συνέχιση της προσπάθειας βελτίωσης της ποιότητας των υπηρεσιών μας, η διεύρυνση της συνεργασίας μας με τις ασφαλιστικές εταιρείες και η προσέλκυση νέων ιατρών, ενώ ταυτόχρονα είμαστε έτοιμοι από καιρό να μπούμε δυναμικά στον ιατρικό τουρισμό, όταν το επιτρέψουν οι συνθήκες. Και, κυρίως, η μείωση ή η εξαφάνιση του ΦΠΑ στις υπηρεσίες υγείας για ασθενείς του ιατρικού τουρισμού που σήμερα είναι 24% και μας βγάζει αυτόματα έξω από αυτή την παγκόσμια αγορά του Ιατρικού Τουρισμού. Διότι στο εξωτερικό δεν υπάρχει ΦΠΑ ή είναι 5%-6%.

Η δυναμική επιστροφή του «Ερρίκος Ντυνάν» οδηγεί αναγκαστικά σε μια νέα αναδιανομή των μεριδίων αγοράς, καθώς η κρίση και η παρουσία των funds έχει κάνει σοφότερους τους ιατρούς, ενώ οι ασθενείς επιζητούν υψηλότερο επίπεδο υπηρεσιών σε ένα εύλογο κόστος.