Το επιχείρημα ότι κατά τη διάρκεια της πανδημίας «τα πήγαμε καλύτερα σε σχέση με πιο πλούσιες χώρες» δεν θα έχει αντίκρισμα όταν τα πράγματα ισορροπήσουν και πάλι. Δεν θα έχει, επίσης, αποτέλεσμα και η όποια πρόχειρη ή προσωρινή λύση, όπως συνέβη στη διάρκεια της πανδημίας. Και τότε θα φανεί ξεκάθαρα πως δεν μπορούμε να ανταγωνιστούμε τις υγειονομικά «πλούσιες» χώρες. Τα σοβαρά προβλήματα στο σύστημα υγείας που «έκρυψε» η πανδημία είναι συνοπτικά τα εξής:

Οι πολιτικές πρόληψης

Στην Ελλάδα δεν ασκείται πολιτική υγείας, αλλά πολιτική ασθένειας. Η πρόληψη είναι άγνωστη λέξη, με αποτέλεσμα σοβαρά προβλήματα δημόσιας υγείας να παραβλέπονται συστηματικά. Το 2018, η κατά κεφαλήν δαπάνη για πρόληψη στην Ελλάδα ήταν μόλις 17 ευρώ από 25 ευρώ το 2009. Το ποσό αυτό μάς κατατάσσει σε μία από τις τελευταίες θέσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση, σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία στην έκθεση του ΙΟΒΕ για τον ΣΦΕΕ «Η φαρμακευτική αγορά στην Ελλάδα, 2020».

Με δεδομένα τα κενά στην πρόληψη, δεν είναι τυχαίο πως το 41,7% των Ελλήνων πολιτών δηλώνουν πως έχουν κάποιο χρόνιο πρόβλημα υγείας ή χρόνια πάθηση (στοιχεία ΕΛΣΤΑΤ). Διαχρονικά, καταγράφεται ισχυρή άνοδος στον αριθμό των θανάτων από νοσήματα του κυκλοφορικού συστήματος (37,1% των συνολικών θανάτων), ενώ συνεχής είναι η άνοδος στις νεοπλασίες (25,2% των συνολικών) και οι θάνατοι από το αναπνευστικό.

Η γήρανση του πληθυσμού

Η αύξηση στη συχνότητα των προβλημάτων υγείας και την επιβάρυνση του συστήματος περίθαλψης σχετίζεται και με τη γήρανση του πληθυσμού. Η σχέση θανάτων - γεννήσεων γίνεται όλο και πιο προβληματική, ενώ τη δεκαετία 2009-2019 καταγράφηκε σημαντική αύξηση του δείκτη γήρανσης του πληθυσμού. Σε κάθε 100 παιδιά έως 14 ετών αναλογούν 154 άτομα μεγαλύτερα των 65 ετών.

Οι δημογραφικές αλλαγές επηρεάζουν τον δείκτη γήρανσης και τον δείκτη εξάρτησης του πληθυσμού, με τον μισό πληθυσμό της χώρας να συντηρείται από το υπόλοιπο και την αναλογία αυτή να εμφανίζει αυξητικές τάσεις, προμηνύοντας επιδείνωση και εντονότερες πιέσεις στο ασφαλιστικό σύστημα.

Το 2020, η Ελλάδα είχε δείκτη εξάρτησης 56%. Για κάθε 2 άτομα ενεργού πληθυσμού, αντιστοιχούσε 1 άτομο ανενεργού πληθυσμού. Αναμένεται αύξηση του γηραιότερου πληθυσμού (άνω των 65 ετών) από 22,3% του συνολικού πληθυσμού, που ήταν το 2020, στο 33,5% το 2060. 

Η χρηματοδότηση των δαπανών

Η εξέλιξη αυτή οδηγεί σε αυξανόμενες ανάγκες για υγειονομική περίθαλψη και επομένως σε ανάγκη μεγαλύτερης δημόσιας χρηματοδότησης. Η συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα καθίσταται μη βιώσιμη, σε ένα περιβάλλον μακροχρόνιας ανεργίας και δραματικής μείωσης του εισοδήματος των Ελλήνων.

Αντί αύξησης, η συνολική χρηματοδότηση για δαπάνες υγείας στην Ελλάδα υποχώρησε κατά 33,7% την περίοδο 2010-2019 (αύξηση 1,7% στις νότιες χώρες και 17% στην Ευρωπαϊκή Ένωση) και διαμορφώθηκε στα 14,4 δισ. ευρώ το 2019 (7,8% του ΑΕΠ).

Η δημόσια χρηματοδότηση για δαπάνες υγείας μειώθηκε ακόμη περισσότερο (42,5%), όταν η μείωση στις χώρες του Νότου ήταν μόλις 4,5% (αύξηση 17,4% στην Ευρωπαϊκή Ένωση). Η μείωση της δημόσιας χρηματοδότησης είχε ως αποτέλεσμα τη μετατόπιση των δαπανών στον ιδιωτικό τομέα, όπου οι δαπάνες υγείας ανήλθαν στο 40,8% το 2019 (28,1% στις χώρες του Νότου και 20,4% στην Ευρωπαϊκή Ένωση).

Το κράτος δείχνει να αποσύρεται και από τη φαρμακευτική κάλυψη των πολιτών. Η εξωνοσοκομειακή φαρμακευτική δαπάνη διαμορφώθηκε στα 3,9 δισ. ευρώ το 2020, εκ των οποίων το κράτος κατέβαλε μόλις τα μισά (2 δισ.). Αξίζει να σημειωθεί πως την περίοδο 2009-2020, η δημόσια εξωνοσοκομειακή φαρμακευτική δαπάνη μειώθηκε κατά 60,8%! 

 

Η ιδιωτική συμμετοχή

Παρά τη μείωση της χρηματοδότησης, οι ανάγκες παραμένουν σταθερές και τη διαφορά καλούνται να πληρώσουν οι ιδιώτες: πολίτες, φαρμακοβιομηχανίες και πάροχοι. Το 2020, η συμμετοχή των ασθενών στην εξωνοσοκομειακή φαρμακευτική δαπάνη ανήλθε στα 636 εκατ. ευρώ και της βιομηχανίας στο 1,3 δισ. ευρώ. Στη νοσοκομειακή φαρμακευτική δαπάνη, η συμμετοχή της βιομηχανίας έφτασε πέρυσι στα 483 εκατ. ευρώ. Με απλά λόγια, οι φαρμακευτικές επιχειρήσεις έφτασαν να καλύψουν ένα στα τρία φάρμακα εκτός νοσοκομείων και ένα στα δύο νοσοκομειακά φάρμακα!

Οι δαπάνες υγείας αποτελούν το 7,1% των συνολικών δαπανών των νοικοκυριών που διεξάγονται μέσα από συναλλαγές στην αγορά για το 2019, έναντι 6,5% το 2009. Αν και ο μέσος όρος μηνιαίας δαπάνης ανά νοικοκυριό για την υγεία το 2019 παρουσίασε μείωση κατά -22,1% σε απόλυτα μεγέθη σε σχέση με το 2009 (104,6 ευρώ το 2019 έναντι 134,3 ευρώ το 2009), το ποσοστό των δαπανών αυτών είναι υψηλότερο από το 2009, φανερώνοντας τη μειωμένη αγοραστική αξία των νοικοκυριών, την αυξημένη συμμετοχή των ασθενών για δαπάνες υγείας και την ανελαστικότητα της δαπάνης για τις συγκεκριμένες κατηγορίες.