Για ακόμα μία φορά αποδεικνύεται ότι οποιαδήποτε πρόβλεψη για την εξέλιξη της πανδημίας είναι επισφαλής. Για τον ευρύτερο χώρο της υγείας, όμως, υπάρχει μία εκτίμηση κάτι παραπάνω από βέβαιη: από τον ευρύτερο δημόσιο τομέα μέχρι την πιο μικρή άκρη του ιδιωτικού, τίποτα δεν θα μείνει ίδιο.

Η προφανής αιτία γι’ αυτό είναι η ίδια η πανδημία. Το εθνικό σύστημα υγείας δοκιμάστηκε στα όριά του, οργανισμοί και προσωπικό κλήθηκαν να εργαστούν σε απαιτητικές συνθήκες υπερβάλλοντας εαυτούς, χρειάστηκε να οργανωθεί ένα (υποδειγματικό, κατά γενική ομολογία) σύστημα εμβολιασμών, απαιτήθηκαν διαρκείς και εντατικοί έλεγχοι – και αυτά είναι μόνο τα μεγάλα και προφανή. Ο ιδιωτικός τομέας, από την άλλη, εργάστηκε σε πρωτοφανείς συνθήκες, προσάρμοσε ή ανανέωσε την παραγωγή του, εφηύρε εκ νέου τα δίκτυα διανομής του και τον τρόπο εργασίας συνολικά.

Τα «διδάγματα» της πανδημίας, όμως, όσον αφορά τις νέες ανάγκες και απαιτήσεις προστέθηκαν στις ήδη μεγάλες διεργασίες που δρομολογούνταν στον χώρο και οφείλονταν στη ραγδαία ενσωμάτωση των τεχνολογικών αλλαγών. Από την παραγωγή μιας μεγάλης φαρμακευτικής μέχρι την εισαγωγή ενός ασθενούς σε νοσοκομείο και τη διάγνωσή του, τα πάντα πλέον ορίζονται από τις τεχνολογικές εφαρμογές, από την καινοτομία που ενσωματώνει στη λειτουργία του κάθε οργανισμός.

Όλα αυτά οδηγούν στη βεβαιότητα ότι ο χάρτης της υγείας ξαναγράφεται. Ότι μπροστά μας έχουμε την πρόκληση ενός ριζικού μετασχηματισμού που θα οδηγήσει σε πιο αποτελεσματικό περιβάλλον, ξεπερνώντας χρόνιες παθογένειες και προβλέποντας ορθά τις απαιτήσεις της επόμενης μέρας. Η πρόκληση, μάλιστα, είναι διπλή, καθώς τα κονδύλια του ευρωπαϊκού Ταμείου Ανάκαμψης δίνουν τη μεγάλη ευκαιρία για μεγαλόπνοες δράσεις και παρεμβάσεις. Κάπως έτσι καταλήγουμε στην ίσως μεγαλύτερη πρόκληση: τα κράτη, των οποίων ο ρόλος στην πανδημία αναδείχθηκε, και η φαρμακοβιομηχανία, η οποία εκ φύσεως έχει δυναμικό και αναπτυξιακό χαρακτήρα, πρέπει να βρουν ένα νέο modus vivendi προς όφελος όχι μόνο της υγείας, αλλά της κοινωνίας και της οικονομίας συνολικά.