Η Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων ενέκρινε το φάρμακο της AstraZeneca, (anifrolumab) για τη θεραπεία του ερυθηματώδους λύκου, καθιστώντας το αντίσωμα το πρώτο νέο σκεύασμα που εγκρίθηκε  για την αυτοάνοση νόσο, 10 χρόνια μετά από τότε που η GlaxoSmithKline έλαβε έγκριση για το Belimumab, το 2011.

Το anifrolumab έχει σχεδιαστεί για να μπλοκάρει την πρωτεΐνη ενεργοποίησης του ανοσοποιητικού που ονομάζεται ιντερφερόνη τύπου 1.

Η έγκριση ήρθε παρά το γεγονός ότι το σκεύασμα απέτυχε σε μία από τις δύο βασικές δοκιμές του που είχαν ως στόχο να δείξουν ότι η θεραπεία θα μπορούσε να μειώσει τη δραστηριότητα της νόσου και τη βλάβη των οργάνων στους ασθενείς. Ο FDA συχνά απαιτεί από τα φάρμακα να έχουν δύο επιτυχημένες δοκιμές πριν χορηγήσει την τελική έγκριση για ένα φάρμακο.
Οι ομάδες υπεράσπισης ασθενών υποστήριξαν την απόφαση του FDA, η οποία έρχεται έξι μήνες αφότου ο οργανισμός εκχώρησε σε ένα άλλο φάρμακο, στο voclosporin της Aurinia Pharmaceuticals το πράσινο φως, για τη θεραπεία ενός είδους νεφρικής νόσου που προκαλείται από τον λύκο.

Η Consultants Global Data προέβλεψε ότι παγκόσμιες πωλήσεις των φαρμάκων για την θεραπεία του λύκου θα φτάσουν το 1,6 δισ. δολ. έως το 2028, σημειώνοντας ετήσια άνοδο κατά 6% ετησίως. Στο μεταξύ, πολλά φάρμακα βρίσκονται σε εξέλιξη για τη θεραπεία του λύκου, συμπεριλαμβανομένων του baricitinib της Eli Lilly, του obinutuzumab της Roche και του πειραματικού σκευάσματος dapirolizumab από την UCB.

Η AstraZeneca δεν ανακοίνωσε πότε θα κυκλοφορήσει το anifrolumab ούτε την τιμή του.

Η GlaxoSmithKline χρέωνε περίπου 28.000 δολάρια ανά ασθενή για το Belimumab,, αν και αυτό το ποσό δεν περιλαμβάνει τις εκπτώσεις από την φαρμακοβιομηχανία.

Πηγές: biopharmadive