Σήμερα, ο καρκίνος του πνεύμονα είναι η συχνότερη αιτία θανάτου από κακοήθεις νεοπλασίες στον κόσμο. Ενώ διακρίνεται μια τάση μείωσης της επίπτωσής του στις αναπτυγμένες χώρες, η συχνότητά του αυξάνεται ραγδαία στον αναπτυσσόμενο κόσμο.  

Στη χώρα μας, η συχνότητα παρόλο που δεν εμφανίζει μεγάλη αύξηση τα τελευταία χρόνια, παραμένει υψηλή. 

Έχοντας υπόψη τη μεγάλη θνησιμότητα της νόσου, είναι επιτακτική η ανάγκη ανεύρεσης νέων τεχνικών διάγνωσης αλλά και αποτελεσματικότερων φαρμάκων.   

Τα νέα από τα πρόσφατα Ευρωπαϊκά και Παγκόσμια συνέδρια είναι πολύ ενθαρρυντικά. Νεότερα και πιο αποτελεσματικά φάρμακα αυξάνουν την επιβίωση και προσφέρουν καλύτερη ποιότητα ζωής με μικρή τοξικότητα στον ασθενή με καρκίνο του πνεύμονα. 

Μιλήσαμε με την Ειδικό Παθολόγο-Ογκολόγο, MD, MSc, PhD, Υπεύθυνη της Ομάδας Κλινικών Μελετών Ογκολογίας του Διαβαλκανικού Ιατρικού Κέντρου, Μπάκα Ι. Σοφία.

 

Πόσο συχνός είναι ο καρκίνος του πνεύμονα στη χώρα μας, και ποιoς ο σημαντικότερος παράγοντας κινδύνου;

Ο καρκίνος του πνεύμονα είναι μια από τις πιο συχνές μορφές καρκίνου παγκοσμίως  και παραμένει η κυριότερη αιτία θανάτου από καρκίνο. Αξίζει να σημειωθεί ότι στην Ελλάδα ο καρκίνος του πνεύμονα αποτελεί την 3η αιτία θανάτου, μετά τα εγκεφαλικά και καρδιακά επεισόδια.

Στη χώρα μας, βάσει του  Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, το 2020 σημειώθηκαν 8.960 νέα περιστατικά καρκίνου του πνεύμονα, ενώ για το ίδιο έτος, οι θάνατοι από καρκίνο του πνεύμονα έφτασαν τους 7.662.

Αν δούμε προσεκτικά τα δεδομένα και τον επιπολασμό της νόσου, γίνεται αντιληπτή η ανάγκη ευαισθητοποίησης.

Η πρώιμη διάγνωση αποτελεί σήμερα ένα από τα βασικά εργαλεία για τη βέλτιστη αντιμετώπιση του καρκίνου. Πρόσφατη μελέτη έδειξε ότι ο προσυμπτωματικός έλεγχος σε ομάδες υψηλού κινδύνου επέφερε μείωση της θνησιμότητας κατά 24% στους άνδρες και 33% στις γυναίκες.

Το κάπνισμα αποτελεί με διαφορά τον σημαντικότερο παράγοντα κινδύνου για εμφάνιση καρκίνου του πνεύμονα, καθώς εκτιμάται ότι τουλάχιστον το 80% των θανάτων από καρκίνο του πνεύμονα, οφείλεται σε αυτό. Δυστυχώς ο καρκίνος του πνεύμονα δεν εμφανίζει συμπτώματα στους περισσότερους ανθρώπους μέχρι η νόσος να φτάσει σε προχωρημένο στάδιο, δημιουργώντας ένα τεράστιο πρόβλημα σχετικά με την καθυστερημένη διάγνωση της νόσου, φαινόμενο που έγινε ακόμη πιο έντονο την περίοδο της πανδημίας.

Ποια είναι η εξέλιξη στη διαχείριση του καρκίνου του πνεύμονα τα τελευταία χρόνια;

Το 80% των ασθενών διαγιγνώσκεται σε προχωρημένο στάδιο νόσου. Η συστηματική θεραπεία στον καρκίνο του πνεύμονα αφορά στη χημειοθεραπεία και τη στοχεύουσα θεραπεία. Η συστηματική χημειοθεραπεία, μόνο ενός φαρμάκου ή συνδυασμού χημειοθεραπευτικών, δεν κατάφερε να αυξήσει το μέσο χρόνο επιβίωσης των ασθενών πάνω από 1 έτος, και ήταν ελάχιστη η πενταετής επιβίωση. Τα φάρμακα της στοχεύουσας θεραπείας έδειξαν καλύτερα αποτελέσματα, πρόκειται όμως για φάρμακα που μπλοκάρουν συγκεκριμένο στόχο και είναι αποτελεσματικά μόνο για μια μικρή ομάδα ασθενών.

Για πολλές δεκαετίες, η ανοσοθεραπεία μελετήθηκε σαν αντικαρκινική θεραπεία. Η θεραπεία αυτή, αλλάζει εντελώς τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζουμε τον καρκίνο.

Η χημειοθεραπεία δρα σκοτώνοντας τα καρκινικά κύτταρα αλλά δυστυχώς και φυσιολογικά κύτταρα του σώματος, με αποτέλεσμα να προκαλεί παρενέργειες. Η ανοσοθεραπεία εκπαιδεύει το ανοσοποιητικό σύστημα να αναγνωρίζει τον καρκίνο και να τον καταστρέφει.

Ο καρκίνος καταστέλλει, μπλοκάρει το ανθρώπινο ανοσοποιητικό σύστημα, σαν κάποιος να πατάει φρένο στη λειτουργία του.  Έτσι, το ανοσοποιητικό δεν τον αναγνωρίζει ως απειλή και δεν τον πολεμά.

Η ανοσοθεραπεία «απελευθερώνει» το ανοσοποιητικό σύστημα από τα φυσικά φρένα, επιτρέποντάς του να επιτίθεται και να σκοτώνει τα καρκινικά κύτταρα.

Ενεργοποιεί το στρατό του σώματος που μέχρι τη στιγμή αυτή μοιάζει με στρατό χωρίς όπλα  σε στρατό εκπαιδευμένο και  αποτελεσματικό.

Τα  νεότερα αυτά φάρμακα  ονομάζονται αναστολείς του ανοσοποιητικού σημείου ελέγχου («immune checkpoint inhibitors»). Στοχεύουν σε διαφορετικά σημεία ελέγχου, φρένα. 

Από το 2009 δοκιμάστηκαν σε κλινικές δοκιμές τα φάρμακα ανοσοθεραπείας με  πολύ καλά αποτελέσματα και το 2016 το pembrolizumab εγκρίθηκε για συγκεκριμένη ομάδα ασθενών με καρκίνο του πνεύμονα αντικαθιστώντας τη χημειοθεραπεία. Το 2017 εγκρίνεται η συγχορήγηση της ανοσοθεραπείας με χημειοθεραπεία για όλους τους ασθενείς με καρκίνο του πνεύμονα.

Μέχρι σήμερα, έχουν εγκριθεί αρκετά φάρμακα ανοσοθεραπείας, που δεν διαφέρουν μεταξύ τους πολύ στην αποτελεσματικότητα.

Τα τελευταία χρόνια, η ανοσοθεραπεία δοκιμάζεται με καλά αποτελέσματα μετεγχειρητικά μαζί με χημειοθεραπεία αλλά και προ του χειρουργείου στα αρχικά στάδια της νόσου. Με τον τρόπο αυτό αυξάνει σημαντικά την πιθανότητα πλήρους ίασης.

Καρκίνοι που ως τώρα έχουν ανταποκριθεί στις θεραπείες αυτές είναι του πνεύμονα, του νεφρού, της ουροδόχου κύστης, καθώς επίσης το μελάνωμα και κακοήθειες του αιμοποιητικού συστήματος, και κεφαλής και τραχήλου. Φαίνεται πως και στον καρκίνο του μαστού αλλά και σε όγκους του πεπτικού συστήματος έχει καλά αποτελέσματα. Έχουν φανεί εντυπωσιακές ανταποκρίσεις και μάλιστα με μεγαλύτερη διάρκεια από ό,τι έχει επιτευχθεί με τις μέχρι τώρα.

Ποιο είναι το όφελος της ανοσοθεραπείας στους ασθενείς με καρκίνο του πνεύμονα;

Η ανοσοθεραπεία εκπαιδεύει το σώμα να αναγνωρίζει και να καταστρέφει τα καρκινικά κύτταρα με μικρή τοξικότητα και μικρή πιθανότητα να καταστρέψει φυσιολογικά κύτταρα όπως η χημειοθεραπεία.

Η ανοσοθεραπεία φαίνεται να  έχει τη δυνατότητα σε κάποιες περιπτώσεις, ακόμα και της ίασης. Στο πλαίσιο κλινικών μελετών, 16% ασθενών έχουν ξεπεράσει την 5ετία με πολύ καλή ποιότητα ζωής και σε εξειδικευμένα κέντρα, κάποιοι ασθενείς πλησίασαν και την 10ετία.

Τα αποτελέσματα είναι πολύ καλά, έχουμε ανταποκρίσεις μεγάλης διάρκειας και μικρή και εύκολα αντιμετωπίσιμη τοξικότητα.

Σύμφωνα με την αναφορά της Αμερικανικής Εταιρίας του Καρκίνου, ο ρυθμός των θανάτων από καρκίνο έχει σταδιακά μειωθεί από το 1995. Από το 2014 μέχρι το 2018, η πτώση όσον αφορά τον καρκίνο του πνεύμονα είναι πολύ σημαντική και η ανοσοθεραπεία έχει συμβάλει σημαντικά.

Σε συγκεκριμένη ομάδα ασθενών με υψηλό δείκτη PDL-1, χορήγηση μόνο ανοσοθεραπείας αύξησε το μέσο χρόνο επιβίωσης στους 30 μήνες. Η προσθήκη ανοσοθεραπείας στη χημειοθεραπεία όταν χορηγηθούν σε ασθενείς με μη μικροκυτταρικό καρκίνο πνεύμονα στην πρώτη γραμμή διπλασιάζει το μέσο χρόνο επιβίωσης. Σημαντική βελτίωση στο χρόνο επιβίωσης βλέπουμε και στη χορήγηση χημειοθεραπείας με ανοσοθεραπεία σε ασθενείς με μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα. 

Η ανοσοθεραπεία, δυστυχώς δεν βοηθά όλους τους ασθενείς με καρκίνο του πνεύμονα.

Μέχρι τώρα, αυτό που έχει δείξει η έρευνα είναι πως μια ομάδα ασθενών μόνο, έχει πολύ καλύτερα αποτελέσματα από την ανοσοθεραπεία. Γίνεται μεγάλη προσπάθεια να ταυτοποιηθούν τα χαρακτηριστικά αυτών των ασθενών ώστε να λάβουν τη σωστή θεραπεία.

Αυτό γίνεται με τη χρήση βιοδεικτών, ουσιών που ανιχνεύονται στη βιοψία του καρκίνου ή στο αίμα και που η παρουσία τους μπορεί να προβλέψει τη θετική αποτελεσματική έκβαση της θεραπείας. Η χρήση τους αποτελεί το κλειδί για τον εντοπισμό των ασθενών εκείνων που θα έχουν το μεγαλύτερο όφελος από την ανοσοθεραπεία, μειώνοντας έτσι ουσιαστικά και την οικονομική επιβάρυνση στο σύστημα υγείας, καθώς η θεραπεία θα χορηγείται εκεί που πραγματικά κάνει τη διαφορά.

Σε σχέση με τις θεραπείες που είχαμε στη διάθεσή μας τα προηγούμενα χρόνια, πιστεύεται ότι οι νεότερες προσεγγίσεις έχουν συμβάλει στην ποιότητα ζωής του ασθενούς με καρκίνο του πνεύμονα, και με τι κόστος από τη μεριά της τοξικότητας; 

Η ανοσοθεραπεία έχει συμβάλει σημαντικά στη βελτίωση της ποιότητας ζωής των ασθενών με καρκίνο του πνεύμονα. Βελτιώνει τα συμπτώματα και τη γενική κατάσταση των ασθενών, με σημαντική ανταπόκριση και μακροχρόνια αποτελεσματικότητα.

Όπως αναφέρθηκε πριν, τα χημειοθεραπευτικά φάρμακα σκοτώνουν τα καρκινικά κύτταρα αλλά και αρκετά φυσιολογικά κύτταρα του σώματος με αποτέλεσμα σημαντικές παρενέργειες.

Η ανοσοθεραπεία εκπαιδεύει το ανοσοποιητικό σύστημα να αναγνωρίζει τον καρκίνο και να τον καταστρέφει.

Η κύρια παρενέργεια των ανοσοθεραπειών είναι η ενεργοποίηση του ανοσοποιητικού συστήματος που επιτίθεται σε υγιείς ιστούς, όπως ο θυρεοειδής και το έντερο, οπότε έχουμε τις λεγόμενες ανοσολογικού τύπου παρενέργειες. Αυτές αντιμετωπίζονται, αρκεί ο γιατρός να έχει εμπειρία με τη χρήση των φαρμάκων και την αντιμετώπιση των παρενεργειών. Οι σοβαρές παρενέργειες είναι σπάνιες.

Η εφαρμογή της προϋποθέτει εξειδικευμένα ογκολογικά κέντρα και πολυδύναμη ομάδα επιστημόνων, από πολλές ειδικότητες, που συνεργάζονται για να επιτευχθεί το μέγιστο δυνατό αποτέλεσμα με τις λιγότερες παρενέργειες.

Η σύγχρονη ανοσοθεραπεία με τη βοήθεια της κλινικής έρευνας έχει αποδειχθεί ο νέος πυλώνας, το υπέρ-όπλο στη μάχη κατά του καρκίνου.