Πολλοί ασθενείς ταλαιπωρούνται δυστυχώς από τη λεγόμενη ισχιαλγία. Έως και το 40% του πληθυσμού μπορεί κάποια στιγμή στη ζωή του να παρουσιάσει ισχιαλγία η οποία επομένως αποτελεί ένα εξαιρετικά συχνό πρόβλημα.

Με τον όρο ισχιαλγία αναφέρονται οι γιατροί σε έναν πόνο που ξεκινά από ψηλά στη μέση ή τον γλουτό και ταξιδεύει κατά μήκος του ποδιού προς τα κάτω.

Πολλές φορές ένας τέτοιος πόνος συνοδεύεται από κάποιο εύρημα στη μαγνητική τομογραφία, συνήθως μια κήλη ή μια στένωση, που περιορίζει τον χώρο που έχουν τα νεύρα τα οποία ταξιδεύουν ανάμεσα στους σπονδύλους. Αυτός ο περιορισμός του χώρου προκαλεί συχνά τα συμπτώματα του ασθενούς τα οποία συνήθως εκτός από πόνο περιλαμβάνουν και μουδιάσματα ή ακόμα και αδυναμία.

Στις παραπάνω περιπτώσεις είναι αρκετά πιθανό αν επισκεφτείτε έναν χειρουργό σπονδυλικής στήλης  να σας προτείνει χειρουργική αντιμετώπιση. Σε κάποιες περιπτώσεις, ειδικά όταν ο ασθενής πάσχει από αδυναμία του κάτω άκρου η χειρουργική αντιμετώπιση είναι απολύτως δικαιολογημένη. Σε αρκετές περιπτώσεις όμως, υπάρχουν άλλες μέθοδοι αντιμετώπισης οι οποίες μπορεί να παρακάμπτονται από ιατρούς και ασθενείς για διάφορους λόγους.

Τα τελευταία έτη γίνεται μεγάλη αναφορά στις ελάχιστα επεμβατικές μεθόδους. Πολλοί συνάδελφοί μας βλέποντας μια μαγνητική τομογραφία σπονδυλικής στήλης με εύρημα και έναν ασθενή με συμπτώματα ισχιαλγίας μπαίνουν στον πειρασμό να προτείνουν στους ασθενείς την καινούρια μέθοδο της ελάχιστα επεμβατικής χειρουργικής.

Πράγματι, οι ελάχιστα επεμβατικές τεχνικές φαντάζουν αρκετά ελκυστικές και για γιατρούς και για ασθενείς, καθότι οι τομές στο δέρμα είναι πάρα πολύ μικρές έως και μόλις ένα εκατοστό, το αισθητικό αποτέλεσμα είναι εξαιρετικό και ο ασθενής φεύγει την ίδια μέρα από το νοσοκομείο χωρίς πόνο. Επίσης, αρχικά το αποτέλεσμα είναι αρκετά ικανοποιητικό καθότι τα νεύρα αποσυμπιέζονται, κάτι που πυροδοτεί έναν παροδικό ενθουσιασμό. Πολλές φορές όμως δεν εξακολουθεί η ίδια εικόνα μήνες μετά το χειρουργείο. Οι παρεμβάσεις που διενεργούνται στην ελάχιστα επεμβατική χειρουργική είναι παρόμοιες με την κλασσική χειρουργική. Η φιλοσοφία είναι η χειρουργική αφαίρεση των δομών που προκαλούν πίεση, όπως οστά, κήλες και σύνδεσμοι ώστε να αποκτήσουν χώρο τα νεύρα μας και να μειωθεί η συμπτωματολογία. Η διαφορά είναι ότι με τις ελάχιστα επεμβατικές τεχνικές οι παραπάνω παρεμβάσεις γίνονται μέσα από πολύ μικρές τομές και με περιορισμένη ορατότητα για τον χειρουργό. Αυτή η περιορισμένη ορατότητα, σε αρκετές περιπτώσεις δεν επηρεάζει την αποτελεσματικότητα. Σε κάποιες όμως συγκεκριμένες περιπτώσεις, όπου δεν είναι εφικτή η πλήρης και ριζική αντιμετώπιση του προβλήματος αυξάνει αρκετά τα ποσοστά επανεπεμβάσεων.

Το πρόβλημα στη σημερινή χειρουργική πρακτική είναι δυστυχώς ότι συχνά το δέλεαρ της ελάχιστα επεμβατικής και εντός εισαγωγικών “εύκολης” τεχνικής επισκιάζει την κρίση του ιατρού αλλά και των ασθενών. Δηλαδή έχοντας τη λανθασμένη εντύπωση ότι η ελάχιστα επεμβατική χειρουργική είναι ισοδύναμη με τη μη χειρουργική αντιμετώπιση, οδηγούμαστε στην εφαρμογή της χωρίς να υπάρχει σαφής ένδειξη. Αυτό οδηγεί στην κατάχρηση των ελάχιστα επεμβατικών τεχνικών και την αύξηση του αριθμού των επανεπεμβάσεων και εν τέλει των συνολικών επιπλοκών.

Ο στόχος κάθε ιατρού ή ασθενή δεν θα πρέπει να είναι η εφαρμογή εντυπωσιακών τεχνικών, η βελτιστοποίηση του αισθητικού αποτελέσματος, και η γρήγορη ανάρρωση του ασθενούς. Ο χειρουργός σπονδυλικής στήλης δεν είναι πλαστικός χειρουργός και ο ρόλος που υπηρετεί αφορά καθαρά την βελτίωση της ποιότητας ζωής των ασθενών, κάτι που θα πρέπει να ασπαστούν και οι ίδιοι οι ασθενείς για να γίνει πραγματικότητα.

Η ποιότητα ζωής πρέπει να αξιολογείται μακροπρόθεσμα και βελτιώνεται με την μείωση του πόνου, την αύξηση της κινητικότητας και τη μείωση των ποσοστών επανεπέμβασης.

Δυστυχώς οι ελάχιστα επεμβατικές τεχνικές σε όλες τις μελέτες που έχουν δημοσιευτεί δεν έχουν αποδείξει υπεροχή όσον αφορά την αποτελεσματικότητά τους. Αν χρησιμοποιηθούν σε προσεκτικά επιλεγμένους ασθενείς, τότε αποτελούν μια εξίσου αποτελεσματική μέθοδο, με λιγότερες επιπλοκές και λιγότερη νοσηλεία. Αν όμως εφαρμοστούν τυφλά στον γενικό πληθυσμό οδηγούν σε χαμηλότερη αποτελεσματικότητα και υψηλότερο αριθμό επανεπεμβάσεων.

Θα πρέπει όλοι ασθενείς να γνωρίζουν ότι έκτος από τις ελάχιστα επεμβατικές τεχνικές υπάρχουν και οι μη επεμβατικές τεχνικές, και εκτός από τις μη επεμβατικές τεχνικές (όπως η φαρμακοθεραπεία και ή επισκληρίδιες εγχύσεις) υπάρχει και η απλή παρακολούθηση χωρίς καμιά απολύτως παρέμβαση. Σπανίως ενημερώνονται οι ασθενείς ότι έως και 70% των περιπτώσεων ισχιαλγίας υποχωρούν χωρίς καμία απολύτως παρέμβαση. Επιπλέον, η ενδυνάμωση των ραχιαίων και κοιλιακών έχει παρόμοια ποσοστά επιτυχίας χωρίς τη χρήση φαρμάκων και χωρίς καμία παρέμβαση. Επομένως η τυφλή εφαρμογή των ελάχιστα επεμβατικών τεχνικών δεν είναι δικαιολογημένη, καθότι δεν παύει να είναι μια χειρουργική επέμβαση, μέσα από μικρότερες τομές δέρματος, με διόλου ευκαταφρόνητα ποσοστά επιπλοκών αλλά και αποτυχίας.

Επομένως η χρήση των ελάχιστα επεμβατικών τεχνικών θα πρέπει να γίνεται μόνο στο πλαίσιο ενός συγκεκριμένου πρωτοκόλλου σταδιακής αντιμετώπισης και όχι τυφλά σε όλους τους ασθενείς. Οι ασθενείς θα πρέπει να αντιμετωπίζονται αρχικά με παρεμβάσεις στον τρόπο ζωής, δηλαδή ενδυνάμωση ραχιαίων και κοιλιακών και παρακολούθηση μετά από ολιγοήμερη ανάπαυση, μετά με φαρμακοθεραπεία, ακολούθως με επισκληρίδιες εγχύσεις και σαν τελευταία λύση με χειρουργείο. Το χειρουργείο μπορεί να γίνεται με ελάχιστα επεμβατικό τρόπο μόνο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις όταν η πιθανότητα υποτροπής και επανεπέμβασης είναι χαμηλή και όταν είναι εφικτή η πλήρης επιδιόρθωση του προβλήματος χωρίς σημαντική πιθανότητα αποτυχίας. Η επιλογή πρέπει να είναι αυστηρή γιατί σε άλλη περίπτωση ο ασθενής ταλαιπωρείται με πολλαπλές επανεπεμβάσεις χωρίς να λαμβάνει κανένα επιπλέον όφελος.

Με την παραπάνω φιλοσοφία θα καταφέρουμε να μεγιστοποιήσουμε την προσφορά μας προς στους ασθενείς μας αυξάνοντας την ποιότητα ζωής τους την οποία και υπηρετούμε, βάζοντας πάντα στην άκρη την χειρουργική και επαγγελματική μας φιλοδοξία προς όφελος των ασθενών μας.