Περίπου 2 εκατομμύρια ενήλικες παγκοσμίως υποβάλλονται σε εγχείρηση καρδιάς κάθε χρόνο και ο έλεγχος των επιπέδων μιας πρωτεΐνης στο αίμα θα μπορούσε να συμβάλλει στην αξιολόγηση του κινδύνου θανάτου εντός 30 ημερών, σύμφωνα με νέα έρευνα.

Εξετάσεις αίματος για τα επίπεδα της τροπονίνης έχουν από καιρό χρησιμοποιηθεί για την αξιολόγηση του κινδύνου θνησιμότητας και σοβαρών επιπλοκών μετά από καρδιακή προσβολή, αλλά οι εξετάσεις αυτές δεν γίνονται συχνά μετά από εγχείρηση καρδιάς.

Η νέα έρευνα ανακάλυψε ότι τα αυξημένα επίπεδα τροπονίνης συνδέονταν με αυξημένο κίνδυνο θανάτου μετά από bypass ή εγχείριση ανοιχτής καρδιάς.

Ο André Lamy, καθηγητής στο McMaster University του Καναδά,  δήλωσε ότι η έρευνα είναι ορόσημο για τις ομάδες περίθαλψης που φροντίζουν ασθενείς μετά από εγχείρηση καρδιάς.

Σημείωσε ότι για πρώτη φορά έχουμε  ένα δείκτη που είναι γρήγορος και αξιόπιστος για την παρακολούθηση αυτών των ασθενών μετά από εγχείρηση καρδιάς.

Η έρευνα περιέλαβε 16.000 ενήλικες που υποβλήθηκαν σε εγχείρηση καρδιάς, με μέση ηλικία τα 63 έτη, σε 12 χώρες. Έως τις 30 ημέρες μετά την εγχείρηση, άνω του 2% των ασθενών είχαν πεθάνει και το   3% είχαν σημαντική αγγειακή επιπλοκή, όπως έμφραγμα, εγκεφαλικό επεισόδιο ή απειλητική για τη ζωή θρόμβωση.

Tα επίπεδα τροπονίνης των ασθενών μετρήθηκαν πριν και καθημερινά τις πρώτες ημέρες μετά την εγχείρηση.

Ο P.J. Devereaux, δήλωσε ότι η ομάδα ανακάλυψε ότι τα επίπεδα τροπονίνης που συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο  θανάτου εντός 30 ημερών ήταν σημαντικά υψηλότερα- 200-500 φορές πάνω από τη φυσιολογική τιμή-από τα επίπεδα τροπονίνης που είναι ενήμεροι οι χειρουργοί καθορίζουν  τον κίνδυνο να έχει ένας ασθενής μια από τις πιο συνήθεις επιπλοκές μετά από εγχείρηση καρδιάς-τραυματισμό μυοκαρδίου.

Η έρευνα δημοσιεύτηκε στο New England Journal of Medicine.

Πηγές:
New England Journal of Medicine.