Η μεταρρύθμιση της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας στην Ελλάδα, που επιχειρείται μέσα από την εισαγωγή του θεσμού του προσωπικού γιατρού και άλλες προβλέψεις του νόμου "γιατρός για όλους", είναι ένα φιλόδοξο "στοίχημα" με υψηλό βαθμό δυσκολίας. Προηγούμενες απόπειρες στην ίδια κατεύθυνση, όπως του οικογενειακού γιατρού το 2017, δεν πέτυχαν τον στόχο της δημιουργίας ενός σύγχρονου συστήματος πρωτοβάθμιας φροντίδας. Πού διαφοροποιείται το νέο εγχείρημα και ποιοι είναι οι καθοριστικοί παράγοντες που θα κρίνουν την επιτυχία του;

Ο αναπληρωτής καθηγητής Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας στο Τμήμα Ιατρικής του ΑΠΘ, Μανώλης Σμυρνάκης (φωτογραφία), μοιράζεται τις σκέψεις του, μιλώντας στο iatronet.gr. Δηλώνει συγκρατημένη αισιοδοξία για επιτυχία του εγχειρήματος, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, ενώ περιγράφει τα τρωτά σημεία του νόμου, με κυριότερο αυτό της σύμπραξης δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, εντός του δημόσιου συστήματος. Όπως λέει, αυτή κρύβει παγίδες που μπορούν να οδηγήσουν σε οπισθοδρόμηση.

Γενική Ιατρική, Παθολογία και άλλες ειδικότητες

Στη συνείδηση πολλών πολιτών, ιδιαίτερα των μεγαλύτερων, οι ειδικότητες της γενικής ιατρικής και της παθολογίας σχεδόν ταυτίζονται, ενώ η έννοια του οικογενειακού γιατρού έχει συνδεθεί περισσότερο με τον παθολόγο. Αυτό είναι λάθος, τονίζει ο κ. Σμυρνάκης, ξεκαθαρίζοντας πως πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικές ειδικότητες. Η άσκηση της πρωτοβάθμιας φροντίδας γίνεται από τους γιατρούς γενικής οικογενειακής ιατρικής, οι οποίοι έχουν εκπαιδευτεί για την ολιστική προσέγγιση του ασθενή.

"Η ταύτιση των δύο ειδικοτήτων στην ουσία υποβαθμίζει και τις δύο. Όταν ο παθολόγος κάνει γενική ιατρική υποβαθμίζεται, γιατί δεν κάνει σε βάθος αυτό που έχει μάθει να κάνει, δηλαδή να χρησιμοποιεί την υψηλή τεχνολογία για να φτάσει στην τελική διάγνωση σε ένα νοσοκομειακό περιβάλλον. Από την άλλη, όταν ένας γενικός γιατρός κάνει παθολογία, σημαίνει ότι δεν βλέπει το ολιστικό, δεν κάνει αυτά για τα οποία εκπαιδεύτηκε, που είναι όλα τα συστήματα, σωματικά, ψυχικά και κοινωνικά που ορίζουν την υγεία", επισημαίνει.

Πρώτο ερώτημα που θέτει είναι κατά πόσο υπάρχει σήμερα στην Ελλάδα επαρκής αριθμός κατάλληλα εκπαιδευμένων γιατρών της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, δηλαδή γιατρών της γενικής οικογενειακής ιατρικής, ώστε να αναλάβει το σύνολο του ελληνικού πληθυσμού. Η απάντηση είναι όχι, παρόλο που τα τελευταία χρόνια υπήρξε αύξηση των γιατρών της συγκεκριμένης ειδικότητας. Με αυτό το δεδομένο, σημειώνει, προστέθηκαν και οι παθολόγοι, ο οποίοι μαζί με τους γιατρούς γενικής ιατρικής θα ασκούν την πρωτοβάθμια, "επειδή από κάπου πρέπει να ξεκινήσουμε".

Η ένταξη, όμως, γιατρών άλλων ειδικοτήτων, που προβλέπεται στο νόμο, είναι λάθος. "Ένας καρδιολόγος είναι εξαιρετικός στο αντικείμενό του, αλλά δεν μπορεί να μας απαντήσει ούτε για τον πόνο στη μέση ούτε για την ψυχική μας νόσο. Αυτή είναι μια έκπτωση η οποία μάλλον έγινε γιατί έπρεπε με κάποιον τρόπο να απαντήσουμε με ποιον τρόπο θα έχουμε γιατρό για όλους. Ελπίζω αυτό να μην εφαρμοστεί στην πραγματικότητα", τονίζει.

Κίνητρα και χώροι

Δεύτερο κρίσιμο ερώτημα είναι αν οι γιατροί θα έχουν τα κίνητρα ώστε να ενταχθούν στο σύστημα. "Το λέω, γιατί σε ό,τι αφορά τα Κέντρα Υγείας και τις ΤΟΜΥ, ζούμε σε μια εποχή που πολλοί συνάδελφοι παραιτούνται από τον δημόσιο σύστημα, γιατί στην πραγματικότητα ένας δουλεύει για πέντε. Άρα, η ενίσχυση σημαίνει ότι θα δώσω κίνητρα για να μπουν περισσότεροι άνθρωποι", λέει και προσθέτει: "αναφορικά με τους συμβεβλημένους ιδιώτες, πρέπει να μπορούν να καλύψουν τα έξοδα του χώρου που κρατούν και να έχουν μια αξιοπρεπή ζωή με τα χρήματα που θα τους δίνει το κράτος".

Σύμφωνα με τον κ. Σμυρνάκη, σημείο αναφοράς για την άσκηση της πρωτοβάθμιας φροντίδας πρέπει να είναι τα Κέντρα Υγείας και οι Τοπικές Μονάδες και όχι ο ιδιώτης γιατρός. "Αν υποθέσουμε ότι έχουμε μια τετραμελή οικογένεια, μπορεί να γραφτούν τα τέσσερα άτομα σε τέσσερις διαφορετικούς γιατρούς. Άρα λοιπόν πού είναι η ολιστική προσέγγιση και πού είναι η οικογένεια;", παρατηρεί και συμπληρώνει: "αν με ρωτούσε ένας πολίτης πού να γραφτώ θα του έλεγα να γραφτεί σε μια δομή πρωτοβάθμιας φροντίδας που υπάρχει και μια διεπιστημονική ομάδα από πίσω. Σε ένα Κέντρο Υγείας, ή μια ΤΟΜΥ. Η ομάδα έχει μια δυναμική και μπορεί να προσφέρει περισσότερα σε ό,τι αφορά την πρόληψη".

Όχι στην κάλυψη κενών του ΕΣΥ από ιδιώτες

Ο αναπληρωτής καθηγητής διατυπώνει την πλήρη αντίθεσή του με τη σύμπραξη του δημόσιου με τον ιδιωτικό τομέα μέσα στο δημόσιο σύστημα, που προβλέπεται στο νόμο, θεωρώντας ότι αυτό θα διαταράξει τις σχέσεις των επαγγελματιών υγείας που λειτουργούν σε αυτό το πλαίσιο.

"Αν το κράτος θέλει να στηρίξει το δημόσιο σύστημα, πρέπει να το κάνει καθαρά και αν θέλει να στηρίξει τον ιδιωτικό τομέα να το κάνει επίσης καθαρά, στον χώρο του ιδιωτικού τομέα. Η κάλυψη των κενών του δημόσιου από ιδιώτες πολύ φοβάμαι ότι θα δημιουργήσει περισσότερα προβλήματα που θα τα δούμε στο επόμενο διάστημα μπροστά μας", υπογραμμίζει και προσθέτει πως ο δημόσιος τομέας πρέπει να ενισχυθεί με προσωπικό που θα έχει καθαρή σχέση εργασίας.

"Όταν ένας άνθρωπος το πρωί δουλεύει στο δημόσιο και το απόγευμα στον ιδιωτικό τομέα, δεν είναι λογικό να σκέφτεται πώς θα ενισχύσει και το ιδιωτικό του ιατρείο όταν δουλεύει το δημόσιο;", διερωτάται και προσθέτει πως χρειάζεται να υπάρχει ένα αυστηρότατο σύστημα παρακολούθησης. "Αν μπει ο κόσμος στην αντίληψη ‘θα πάω στο δημόσιο σύστημα να με δει κάποιος, αλλά μετά για να έχω καλή υγεία θα πρέπει να περάσω και από το ιδιωτικό ιατρείο το απόγευμα’, τότε απλά έχουμε πάει προς τα πίσω".

Σε βάθος χρόνου

Συνοψίζοντας, ο κ. Σμυρνάκης εκφράζει συγκρατημένη αισιοδοξία για την επιτυχία του εγχειρήματος, υπό προϋποθέσεις. "Αυτή τη στιγμή, στη χώρα δεν έχουμε τον αριθμό των εκπαιδευμένων γενικών οικογενειακών γιατρών για αυτό το εγχείρημα. Θα έχουμε μια βάση να ξεκινήσουμε, σίγουρα οι συνάδελφοι παθολόγοι θα μπορέσουν να το στηρίξουν αυτό το εγχείρημα, σίγουρα όμως όχι οι γιατροί των ειδικοτήτων", λέει και καταλήγει: "για να πετύχει αυτό χρειάζεται ένα πρόγραμμα και μια πολιτική η οποία θα κρατήσει χρόνια, δεν πρέπει να αλλάζει. Να δίνει ένα σταθερό μήνυμα ότι είμαστε εδώ, στηρίζουμε την πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας, μείνετε στη χώρα συνάδελφοι και επιλέξτε ειδικότητα Γενικής Οικογενειακής Ιατρικής".