Γράφει η

Γεωργία Οικονομοπούλου MSc, PhD(c)

Πρόεδρος Δ.Σ. της Ελληνικής Εταιρείας Management Υπηρεσιών Υγείας (ΕΕΜΥΥ), Board member, European Association of Hospital Managers (EAHM)

 

Οι δοκιμασίες των τελευταίων δυόμισι χρόνων, μετά την επίσημη εμφάνιση της πανδημίας Covid-19, προσέφεραν τα αναγκαία «μαθήματα» ανθεκτικότητας, ανταποκρισιμότητας και ευελιξίας έναντι των κινδύνων που απειλούν τη δημόσια υγεία. Τα συστήματα υγείας διεθνώς πρέπει πλέον να είναι σε θέση να προβλέπουν τις απειλές, να εντοπίζουν έγκαιρα την κρίση και να οικοδομούν τα μέσα αντίδρασης. Είναι καιρός να εφαρμόσουμε όσα μάθαμε, καλύπτοντας τα κενά μας στην οργάνωση και την ετοιμότητα έναντι των κρίσεων στην υγεία, που δεν αφορούν μόνο τις επιδημιολογικές επιθέσεις. Εξάλλου, όπως ορθά επισήμανε ο επιδημιολόγος Larry Brilliant, «οι επιδημίες είναι αναπόφευκτες, αλλά οι πανδημίες όχι».

Κατά τη διάρκεια μιας κρίσης στη δημόσια υγεία, η τελευταία εξαρτάται από το σύνολο των δημόσιων πολιτικών, συμπεριλαμβανομένης της μη ιατρικής παρέμβασης, και την ετοιμότητα των οργανισμών παροχής φροντίδας υγείας για τη διαχείριση και τον περιορισμό της καταστροφής. Σε αυτό το πλαίσιο, πρέπει να προχωρήσουμε μπροστά, με τις αναγκαίες προσαρμογές σε 4 τουλάχιστον πεδία:

  1. Εθνική και Eυρωπαϊκή Ετοιμότητα: Η εξάρτηση των ευρωπαϊκών κρατών από τη βιομηχανική παραγωγή και αγορά τρίτων χωρών σε ό,τι αφορά τα μέσα αντιμετώπισης της πανδημικής απειλής (ιατροτεχνολογικός εξοπλισμός, μέσα ατομικής προφύλαξης, εμβόλια, φάρμακα), κατέδειξε την ανάγκη διασφάλισης αυτονομίας. Προς αυτή την κατεύθυνση, είναι ελπιδοφόρα η πρωτοβουλία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με την ίδρυση της Health Emergency Preparedness and Response Authority (HERA).
  2. Απόκτηση επαρκούς και εξειδικευμένου προσωπικού: Οι στρατηγικές έκτακτης ανάγκης προηγούνται των στρατηγικών διαχείρισης κρίσεων και μια τέτοια στρατηγική είναι η αντιμετώπιση των ελλείψεων σε υγειονομικό προσωπικό. Η ύπαρξη του κατάλληλου προσωπικού σε αριθμό και ικανότητες, είναι προϋπόθεση για την ασφάλεια στην παροχή φροντίδας των ασθενών, καθώς και στο εργασιακό περιβάλλον των υγειονομικών.
  3. Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας (ΠΦΥ): Η σημασία μιας ισχυρής ΠΦΥ, τόσο στη διαχείριση της αυξημένης ζήτησης φροντίδας υγείας όσο και στη διατήρηση της συνέχειας στη φροντίδα για όλους, είναι πλέον αυταπόδεικτη. Οι καινοτομίες που εισήχθησαν στην ΠΦΥ λόγω της πανδημίας πρέπει να διατηρηθούν και να αναπτυχθούν περαιτέρω. Θετικό δε είναι, αν και γενικό, το πλαίσιο του Ν. 4931/2022 «Γιατρός για Όλους». Η επιτυχία του, όμως, θα κριθεί μετά την εξειδίκευση των επιμέρους σημείων με υπουργικές αποφάσεις.
  4. Αντιμετώπιση της κρίσης στην ψυχική υγεία: Πολλοί υποστηρίζουν πως η επόμενη κρίση θα αφορά την ψυχική υγεία των ανθρώπων. Σήμερα, περισσότεροι από 150 εκατ. άνθρωποι στην Ευρώπη υποφέρουν από παθήσεις ψυχικής υγείας και ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η κατάσταση στα παιδιά και τους εφήβους. Ενδεικτικό είναι ότι περισσότερα από 12.000 άτομα έχουν χρησιμοποιήσει το πρόγραμμα τηλεσυμβουλευτικής ψυχοκοινωνικής υποστήριξης «Κανένας Μόνος στην Πανδημία», που σχεδίασε το Υπουργείο Υγείας για τον γενικό πληθυσμό, τους Covid-19 ασθενείς και τις οικογένειές τους, αλλά και τους νοσοκομειακούς επαγγελματίες υγείας.

Στο φετινό διεθνές συνέδριο της ΕΕΜΥΥ («Αναμένοντας την Επόμενη Κρίση στην Υγεία», 13-15/10/2022, Αθήνα), που διοργανώνεται σε συνεργασία με τη European Association of Hospital Managers, ο επιστημονικός διάλογος θα συμπεριλάβει τα προαναφερόμενα, αλλά και άλλα πεδία αναγκαίων αλλαγών στην υγεία.