Η πανδημία του κορωνοΐού επηρέασε καταλυτικά τον κλάδο της υγείας σε κάθε επίπεδο. Ποιες εκτιμάτε ότι είναι οι μεγαλύτερες αλλαγές που προκάλεσε και ποιες νέες προτεραιότητες ανέδειξε;

Η πανδημία έστρεψε τους προβολείς στις υποδομές και τις παροχές του δημόσιου συστήματος υγείας, το οποίο έπρεπε με ταχύτητα και συνέπεια να ανταποκριθεί στη μεγάλη πρόκληση. Χρειάστηκε να προσαρμόσει και να αναπροσανατολίσει τις υπηρεσίες του. Στα δύο χρόνια έξαρσης της πανδημίας είδαμε το ίδιο το σύστημα να αναβαθμίζεται σε πολλαπλά επίπεδα, κυρίως όσον αφορά στην υλικοτεχνική υποδομή και το προσωπικό σε σχέση με την Covid-19 και τις ΜΕΘ.

Υπήρξαν, όμως, και συνέπειες. Η αλματώδης αύξηση του προσωπικού του ΕΣΥ προκάλεσε την αφαίμαξη προσωπικού από τον ιδιωτικό τομέα, με επιπτώσεις τόσο όσον αφορά στην αντικατάσταση έμπειρου προσωπικού όσο και στο μισθολογικό κόστος. Ταυτόχρονα, στην εποχή της Covid, η διεξαγωγή άλλων ιατρικών πράξεων έμεινε πίσω, είτε λόγω της επικέντρωσης στην πανδημία είτε και λόγω της διστακτικότητας των ίδιων των ασθενών να συνευρεθούν σε δομές με τον ιό. Ως εκ τούτου, κατά τη διάρκεια της πανδημίας, κάποιοι από τους ασθενείς, είτε από ανάγκη είτε από δική τους επιλογή, κατευθύνθηκαν στον ιδιωτικό τομέα, που συνέβαλε καθοριστικά στην ιατρική περίθαλψη και τη νοσηλεία μεγάλου αριθμού ασθενών. Η λήξη συναγερμού της πανδημίας συνοδεύτηκε με αυξημένη κινητικότητα στο ΕΣΥ για τα περιστατικά που είχαν μείνει πίσω.

Ειδικά για τις Συμπράξεις Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ), πιστεύετε ότι έχουν αλλάξει τα περιθώρια και τα πεδία δράσης;

Θεωρώ τον όρο ΣΔΙΤ παρωχημένο και ξεπερασμένο. Νομίζω ότι πρέπει να μιλάμε για μία «νέας γενιάς» συνεργασία δημόσιου και ιδιωτικού τομέα. Η εμπειρία της πανδημίας έδειξε ότι ο ιδιωτικός τομέας συνεργάστηκε πολύ καλά με το δημόσιο σύστημα. Προσέφερε τις υπηρεσίες του την ώρα της ανάγκης και αποσυμφόρησε το σύστημα την ώρα του κορεσμού, χωρίς καμία επιβάρυνση για τους ασθενείς που παραπέμφθηκαν από το Δημόσιο στις ιδιωτικές δομές. Η πράξη έδειξε ότι η συνύπαρξη μπορεί να μετεξελιχθεί σε συνεργασία και αλληλοσυμπλήρωση αμοιβαία επωφελείς για όλους: για το EΣΥ, για τον ιδιωτικό τομέα και για τον ασθενή.

Στη Euromedica η συνεργασία αυτή ήταν πολύ εκτεταμένη. Το Κέντρο Αποκατάστασης «Αρωγή» του Ομίλου στη Θεσσαλονίκη ήταν από τα πρώτα που ρίχτηκαν στη μάχη, διαθέτοντας όλο του το δυναμικό, 200 κλίνες για τη νοσηλεία ασθενών με Covid-19, σε πλήρη συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές και υγειονομικές υπηρεσίες της πόλης, στη διάρκεια των δύο χρονικών περιόδων έξαρσης της πανδημίας στη Βόρεια Ελλάδα. Ταυτόχρονα, οι άλλες δύο μονάδες του Ομίλου στη Θεσσαλονίκη, ο «Κυανούς Σταυρός» και η «Γενική Κλινική», η κλινική μας στην Κοζάνη, όπως και αρκετές άλλες ιδιωτικές κλινικές, φιλοξένησαν ασθενείς non-covid, δίνοντας το «παρών» στη δύσκολη στιγμή. Όλη αυτή η εμπειρία δείχνει ότι με τον κατάλληλο σχεδιασμό και τα σωστά πρωτόκολλα, η Συνεργασία Ιδιωτικού και Δημόσιου Τομέα δεν είναι απλώς θεωρητικά εφικτή αλλά απολύτως εφαρμόσιμη και σε κάθε περίπτωση συμπληρωματική και όχι ανταγωνιστική.

Νέες και πιο μόνιμες μορφές συνεργασίας θα μπορούσαν να αναπτυχθούν διευρύνοντας και αναβαθμίζοντας στο σύνολό του το σύστημα υγείας για τον πολίτη, εξοικονομώντας πόρους υπέρ του κοινωνικού συνόλου. Το δημόσιο σύστημα υγείας θα μπορούσε να στηριχθεί κατά περίπτωση στον ιδιωτικό τομέα όχι με την αντικατάσταση των δικών του υποδομών, αλλά σε περιπτώσεις κατά τις οποίες η πρόσθετη ζήτηση και οι ιδιαίτερες ανάγκες κάθε εποχής δημιουργούν δυσκολίες για την κάλυψή τους από το Δημόσιο. Είναι αυτό που προαναφέραμε ως συνεργασία «νέας γενιάς» δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, που δεν θα χρειάζεται λ.χ. ο φορέας να χτίσει και να λειτουργήσει μια δημόσια δομή, αλλά με αυστηρές προδιαγραφές να προσφέρει τις υπηρεσίες που πρέπει στους πολίτες, συνεργαζόμενος με ένα προκαθορισμένο τιμοκατάλογο (Fee-For-Service) και με συγκεκριμένους όρους με τον ιδιωτικό τομέα.

Με τον τρόπο αυτό οι ιδιωτικοί πάροχοι υγείας γίνονται προμηθευτές ιατρικών και νοσηλευτικών υπηρεσιών προς τον ΕΟΠΠΥ, ο οποίος θα μπορούσε να κατευθύνει περιστατικά από τον δημόσιο προς τον ιδιωτικό τομέα με τα δικά του ανεξάρτητα κριτήρια και τον δικό του προσυμφωνημένο τιμοκατάλογο. Αλλά και ο ασφαλισμένος του ΕΟΠΠΥ, μέσα από την ασφαλιστική του κάλυψη, θα μπορούσε να επιλέγει τον πάροχο υγείας. Κατ' αυτόν τον τρόπο το Δημόσιο θα επέκτεινε τις υπηρεσίες του χωρίς πολυδάπανες νέες επενδύσεις.

Πώς κρίνετε τόσο τη γενική εικόνα όσο και το επίπεδο του ανταγωνισμού στον χώρο των ιδιωτικών κλινικών; Ποια είναι η στρατηγική του Ομίλου Euromedica;

O τομέας της Υγείας ήταν ένας από τους πρώτους που προσέλκυσε ξένες επενδύσεις στην Ελλάδα, ακόμα και προ της εποχής της Covid-19. Σήμερα, ένας σημαντικός αριθμός από τους μεγάλους ιδιωτικούς ομίλους υγείας στην Ελλάδα ελέγχονται από επενδυτές του εξωτερικού. Στη δική μας περίπτωση, είναι το αμερικανικό κεφάλαιο Farallon που έχει επενδύσει στη Euromedica. Οι διεθνείς επενδυτές φέρνουν πιο τεχνοκρατικές διοικήσεις και πιο σύγχρονες τεχνικές management.

Στη Εuromedica η άφιξη της Farallon, σε συνεργασία και με την Τράπεζα Πειραιώς, την ώρα που η παλαιά εταιρεία βρισκόταν στα πρόθυρα της χρεοκοπίας, έφερε την εξυγίανση, την πλήρη ανανέωση και την ανάπτυξή της μέσα από ένα ευρύ επενδυτικό πρόγραμμα κτιριακής ανακαίνισης και αντικατάστασης του εξοπλισμού με τελευταίας τεχνολογίας ιατρικά μηχανήματα. Παράλληλα, εμπλούτισε το ιατρικό και νοσηλευτικό της προσωπικό με συνεργασίες με εξειδικευμένους γιατρούς και προσλήψεις έμπειρων στελεχών και νοσηλευτών. Πρόκειται για εν εξελίξει επενδυτικό πρόγραμμα ύψους 50 εκατ. ευρώ, το οποίο σε σημαντικό βαθμό έχει υλοποιηθεί.

Ο ανταγωνισμός των ιδιωτικών ομίλων στον χώρο της Υγείας οδηγεί στην αναβάθμιση όλων μας. Ο δικός μας στόχος είναι η Euromedica να αναδειχθεί στην αιχμή της ιατρικής τεχνολογίας και των νοσηλευτικών/διαγνωστικών υπηρεσιών, προσφέροντας υπηρεσίες υψηλότατου επιπέδου σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερη γεωγραφική έκταση, με πλήρως ελεγχόμενες μονάδες. Ο Όμιλός μας έχει και μία ιδιαιτερότητα. Οι περισσότερες από τις κλινικές και τα διαγνωστικά μας κέντρα βρίσκονται εκτός της πρωτεύουσας, προσφέροντας υπηρεσίες υψηλών προδιαγραφών σε πολλές πόλεις της Ελλάδας. Τέσσερις μεγάλες μονάδες βρίσκονται στη Θεσσαλονίκη. Διαθέτουμε ακόμα κλινικές στην Κοζάνη, στην Κρήτη, στη Ρόδο και στην Αθήνα, καθώς και ένα μεγάλο δίκτυο 23 διαγνωστικών κέντρων, εκ των οποίων 8 στην Αθήνα και τα υπόλοιπα σε διάφορες πόλεις της ελληνικής επικράτειας και στα νησιά. Το Διαγνωστικό Κέντρο «Εγκέφαλος» στο Χαλάνδρι, μετά την ολική κτιριακή ανακαίνιση, τον ολοκαίνουργιο εξοπλισμό με μηχανήματα ιατροτεχνολογικής αιχμής και τη συνεργασία με εξειδικευμένους γιατρούς αποτελεί δείγμα της στρατηγικής της Euromedica, που ενσωματώνει την καινοτομία με τις υπηρεσίες υψηλού επιπέδου.

Η δημιουργία center of excellence σε επίπεδο υποδομών και υπηρεσιών στον τομέα της Υγείας, σε κάθε πόλη της Ελλάδας όπου δραστηριοποιούμαστε, είναι ο στόχος για κάθε κλινική και κάθε διαγνωστικό κέντρο του Ομίλου μας. Πιστεύουμε σε αυτή τη στρατηγική, όχι μόνον γιατί είναι το μέλλον της «νέας» Euromedica, αλλά γιατί οδηγεί στη συνολική αναβάθμιση των υπηρεσιών υγείας στη χώρα μας.