Όταν παθογόνοι μικροοργανισμοί που εισέρχονται στον οργανισμό μέσω της ουρήθρας δεν αποβάλλονται άμεσα, εγκαθίστανται και προκαλούν φλεγμονή με αποτέλεσμα την ουρολοίμωξη, συνήθως όταν το ανοσοποιητικό σύστημα είναι ασθενές- άρα ευάλωτο.

H ουρολοίμωξη απαντάται συχνότερα σε γυναίκες, ωστόσο τα συμπτώματα είναι συνήθως εντονότερα και απαιτείται μεγαλύτερης διάρκειας θεραπεία στους άνδρες.

Ο λόγος που οι γυναίκες τείνουν να μολύνονται συχνότερα είναι επειδή η ανατομία της περιοχής είναι τέτοια που ευνοεί την ανάπτυξη μικροβίων. Οι περισσότερες λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος προκαλούνται από βακτήρια που ζουν φυσιολογικά στο έντερο. «Το βακτήριο Escherichia coli (E. coli) προκαλεί τη συντριπτική πλειονότητα των ουρολοιμώξεων. Ανάλογα με την ηλικία και το φύλο, τα συμπτώματα μιας ουρολοίμωξης διαφέρουν. Στις νεαρές γυναίκες, οι λοιμώξεις του ουροποιητικού εμφανίζονται με συχνουρία, καύσο και πόνο χαμηλά στην κοιλιά ή στα έξω γεννητικά όργανα κατά την ούρηση, ενώ δεν είναι σπάνια και η παρουσία αίματος, ιδιαίτερα στο τέλος της ούρησης.

Παρά το γεγονός ότι ο καθένας μπορεί να κάνει ένα επεισόδιο ουρολοίμωξης, υπάρχουν παράγοντες που αυξάνουν τον κίνδυνο μολύνσεων όπωςη κακή υγιεινή, συγκεκριμένες σεξουαλικές πρακτικές, η αντισύλληψη (χρήση διαφράγματος ή σπερματοκτόνων ουσιών) και ο σακχαρώδης διαβήτης», επισημαίνει ο κ. Στυλιανός Κοντός, MD, PhD, FEBU, Χειρουργός Ουρολόγος, Διδάκτωρ Ιατρικής Σχολής, μέλος Βασιλικού Κολλεγίου Χειρουργών Ουρολόγων Ηνωμένου Βασιλείου.

Δεν είναι λίγες οι γυναίκες που υποφέρουν από συχνές ουρολοιμώξεις. Μετά την πρώτη, περίπου το 20% των νεαρών γυναικών θα έχουν υποτροπιάζουσες ουρολοιμώξεις. Κάθε επιπλέον επεισόδιο αυξάνει τον κίνδυνο ότι θα ξανασυμβεί.

Ο ιατρός, ανάλογα με το ιστορικό, μπορεί να δώσει κάποιες οδηγίες, για να μειωθούν τα επεισόδια ουρολοιμώξεων, όπως:

  • Λήψη άφθονων υγρών, σταδιακά όλη την ημέρα
  • Χαμηλή δόση αντιβιοτικού κάθε μέρα για διάστημα 6 μηνών ή περισσότερο
  • Μια δόση αντιβιοτικού πριν ή αμέσως μετά τη σεξουαλική επαφή.

Ακόμα και συνδυασμός των παραπάνω εφαρμογών, σε πολλές περιπτώσεις, μπορεί να μη φέρει τα επιθυμητά αποτελέσματα.
«Εδώ έρχεται να προστεθεί η θεραπεία με ενδοκυστικές εγχύσεις υαλουρονικού οξέος για την ενίσχυση του τοιχώματος της ουροδόχου κύστης. Είναι δομικό συστατικό της βασικής ή θεμέλιας ουσίας του εσωτερικού τοιχώματος της ουροδόχου κύστης και αποτελεί τη “δοκό στήριξης” του», εξηγεί ο ιατρός.

Οι πρωτεογλυκάνες ενεργούν ως διαβιβαστές (communicators) μεταξύ των κυττάρων και του περιβάλλοντος, μεταφέροντας πληροφορίες και αποκαθιστώντας τις λειτουργίες του εσωτερικού τοιχώματος της ουροδόχου κύστης που με την πάροδο του χρόνου εξασθενούν.

Σκοπός είναι να προστατευθεί το τοίχωμα της ουροδόχου κύστης και να αποτραπεί η προσκόλληση βακτηρίων σε αυτό, ενισχύοντας την άμυνα της κύστης έναντι των ουροπαθογόνων. Η αποφυγή ανθεκτικότητας των μικροβίων στα αντιβιοτικά αποτελεί σημαντικό πλεονέκτημα της ενδοκυστικής έγχυσης υαλουρονικού οξέος έναντι της μακράς χορήγησης αντιβιώσεων.

«Είναι η μόνη ουσία που έχει πάρει έγκριση από την Αμερικανική Ουρολογική Εταιρεία και αυτό με τον υψηλότερο βαθμό σύστασης για ενδοκυστική θεραπεία της διάμεσης κυστίτιδας.

Το υαλουρονικό οξύ μειώνει τη φλεγμονή, χαλαρώνει τους μυς, μειώνει τον πόνο, διαλύει το κολλαγόνο και αποκοκκιώνει τα μαστοκύτταρα. Το πρωτόκολλο θεραπείας περιλαμβάνει αρχικά 6 με 8 εβδομαδιαίες εγχύσεις. Τα ποσοστά επιτυχίας φτάνουν το 80%», καταλήγει ο κ. Κοντός.