Οι καπνιστές που διακόπτουν πριν από την ηλικία των 35 ετών έχουν παρόμοια ποσοστά θνησιμότητας, εντός ορισμένου χρονικού πλαισίου σε σχέση με όσους δεν κάπνισαν ποτέ, έδειξε μεγάλη έρευνα.

Οσοι σταμάτησαν το κάπνισμα σε κατοπινές ηλικίες είχαν και αυτοί οφέλη, έδειξε η έρευνα, αλλά τα ποσοστά θνησιμότητας ξεπερνούσαν αυτά όσων διέκοψαν πριν τα 35.

Για παράδειγμα, πρώην καπνιστές που διέκοψαν μεταξύ 35 και 44 ετών είχαν 21% υψηλότερο ποσοστό θανάτου από οποιοδήποτε αίτιο σε σύγκριση με όσους δεν κάπνισαν ποτέ.

Οσοι διέκοψαν μεταξύ 45 και 54 ετών είχαν 47% υψηλότερο ποσοστό θνησιμότητας από όλα τα αίτια σε σχέση με όσους δεν κάπνισαν ποτέ.

Σε άντρες και γυναίκες διαφόρων εθνικοτήτων, το κάπνισμα στο παρόν συνδεόταν με τουλάχιστον 2 φορές υψηλότερα ποσοστά θνησιμότητας από όλα τα αίτια σε σχέση με όσους δεν κάπνισαν ποτέ.

Η έρευνα δημοσιεύτηκε στο JAMA Network Open.

Η διακοπή του καπνίσματος, ιδιαίτερα σε νεαρότερες ηλικίες συνδεόταν με σημαντική μείωση της σχετικής υπερβάλλουσας θνησιμότητας σε σχέση με το συνεχιζόμενο κάπνισμα.

Η ανάλυση περιέλαβε στοιχεία 550.000 ενηλίκων που συμπλήρωσαν ερωτηματολόγια μεταξύ 1997  και Δεκεμβρίου 2018, 25 - 84 ετών.

Περιελήφθησαν καπνιστές, πρώην καπνιστές και άνθρωποι που δεν κάπνισαν ποτέ.

Σχεδόν 75.000 από τους συμμετέχοντες πέθαναν πριν το τέλος του 2019.

Σε σύγκριση με όσους δεν κάπνισαν ποτέ. είχαν σημαντικά υψηλότερο ποσοστό θανάτου από όλα τα αίτια, γενικά, καθώς και υψηλότερα ποσοστά θανάτου από καρκίνο, καρδιοπάθεια και πνευμονική νόσο.

Λευκοί καπνιστές είχαν το υψηλότερο ποσοστό θνησιμότητας από όλα τα αίτια-4 φορές υψηλότερο από αυτό ανθρώπων που δεν κάπνισαν ποτέ.

Αυτό ενδεχομένως συνδέεται με το γεγονός ότι αυτοί ανέφεραν ότι κάπνιζαν λιγότερα τσιγάρα την ημέρα κατά μέσον όρο, άρχισαν να καπνίζουν σε μεγαλύτερες ηλικίες, και ήταν λιγότερο πιθανό να καπνίζουν καθημερινά σε σύγκριση με λευκούς.

Αν  και το κάπνισμα στο παρόν συνδεόταν με υψηλότερο κίνδυνο θανάτου σε όλες τις ομάδες διαφόρων εθνικοτήτων που παρελήφθησαν στην έρευνα, η διακοπή συνδεόταν με σημαντικά ανεστραμμένο κίνδυνο για όλες τις ομάδες.

Συγκεκριμένα, όσοι διέκοψαν έως την ηλικία των 45 μείωσαν τον υπερβάλλοντα κίνδυνο θνησιμότητας έως 90% και όσοι διέκοψαν πριν τα 35 είχαν ποσοστά θανάτου πολύ κοντά σε αυτά όσων δεν κάπνισαν ποτέ.

Η  έρευνα επίσης ανακάλυψε ότι όσο περισσότερος χρόνος είχε περάσει από τότε που κάποιος διέκοψε το κάπνισμα τόσο πιο κοντά το ποσοστό θνησιμότητας βρισκόταν σε αυτό ενός μη καπνιστή.

Πηγές:
JAMA Network Open.