Η διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια είναι η συχνότερη επιπλοκή του διαβήτη. Η συντριπτική πλειονότητα των ασθενών, ανεξάρτητα από τον τύπο του διαβήτη που έχουν, θα την εκδηλώσουν μέσα σε 8-10 χρόνια. Ωστόσο η αμφιβληστροειδοπάθεια εκδηλώνεται σταδιακά και όσο πιο νωρίς γίνει αντιληπτή, τόσο πιο εύκολα αντιμετωπίζεται.

Αποτελεί επίσης σημαντικό μέσο εκτίμησης της αγγειακής κατάστασης και έμμεσα του επαρκούς ελέγχου του διαβήτη.

Εκδηλώνεται όταν η αυξημένη γλυκόζη (σάκχαρο), ειδικά εάν συνδυάζεται με αρτηριακή υπέρταση, προκαλέσει βλάβες στα αιμοφόρα αγγεία του αμφιβληστροειδούς χιτώνα, ο οποίος βρίσκεται στο πίσω μέρος του ματιού. Τα προσβεβλημένα αγγεία μπορεί να διογκωθούν και να παρουσιάζουν διαφυγή αίματος ή μπορεί να αποφραχθούν εντελώς. Η συνέπεια είναι να μην αιματώνεται σωστά ο αμφιβληστροειδής, γεγονός που μπορεί να απειλήσει την όραση.

Η έγκαιρη διάγνωση έχει ζωτική σημασία για τη διαφύλαξή της. Στην πραγματικότητα, η απώλεια της όρασης μπορεί να αποφευχθεί σε σημαντικό βαθμό με την έγκαιρη διάγνωση και την κατάλληλη θεραπεία.

«Όλοι οι πάσχοντες από σακχαρώδη διαβήτη, είτε είναι διαβήτης κύησης είτε τύπου 1 ή τύπου 2 διαβήτης, μπορεί να εκδηλώσουν αμφιβληστροειδοπάθεια», τονίζει ο δρ Αναστάσιος-Ι. Κανελλόπουλος, MD, Χειρουργός - Οφθαλμίατρος, ιδρυτής και επιστημονικός διευθυντής του Ινστιτούτου Οφθαλμολογίας Laser Vision, καθηγητής Οφθαλμολογίας του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης. «Όσο καλύτερα ρυθμίζουν οι ασθενείς το σάκχαρό τους (γλυκαιμικός έλεγχος), τόσο μικρότερος είναι ο κίνδυνος. Ωστόσο με την πάροδο του χρόνου, η νόσος θα αναπτυχθεί τελικά».

Μελέτες έχουν δείξει πως αλλοιώσεις στον αμφιβληστροειδή παρουσιάζει το 25% των διαβητικών ασθενών μέσα σε 5 χρόνια από τη διάγνωσή τους, το 60% στα 10 χρόνια και το 80% στα 15 χρόνια. Επιπλέον, η διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια αποτελεί στατιστικά τον κύριο λόγο απώλειας όρασης στις ηλικίες κάτω των 65 ετών.

Οι ασθενείς με φτωχό γλυκαιμικό έλεγχο διατρέχουν 25 φορές μεγαλύτερο κίνδυνο για απώλεια όρασης σε σύγκριση με τον γενικό πληθυσμό.

Εκτός από τη διάρκεια του διαβήτη και τον γλυκαιμικό έλεγχο, άλλοι παράγοντες που συμβάλλουν στη διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια είναι η αρτηριακή υπέρταση όπως προαναφέρθηκε, καθώς και το κάπνισμα και η δυσλιπιδαιμία (αυξημένη χοληστερόλη, τριγλυκερίδια). Όλοι αυτοί οι παράγοντες προκαλούν πρόσθετες βλάβες στα αιμοφόρα αγγεία.

Η διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια εκδηλώνεται σε στάδια, οπότε υπάρχει περιθώριο παρέμβασης και λήψης μέτρων. Κάθε ένα από αυτά έχει τα δικά του χαρακτηριστικά γνωρίσματα.

Το πρώτο στάδιο είναι η λεγόμενη αμφιβληστροειδοπάθεια υποστρώματος (ή μη παραγωγική). Κατ' αυτήν, τα τοιχώματα των τριχοειδών αιμοφόρων αγγείων υφίστανται σημαντικές αλλοιώσεις και δημιουργούνται μικρά «εξογκώματα» (υπερπλασία των αγγείων - μικροανευρύσματα).

«Όταν η μη-παραγωγική αμφιβληστροειδοπάθεια είναι ήπια, ο ασθενής δεν αντιμετωπίζει προβλήματα όρασης. Ωστόσο διατρέχει κίνδυνο να τα εκδηλώσει στο μέλλον», εξηγεί ο κ. Κανελλόπουλος. «Για την ήπια διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια δεν συνιστάται ειδική θεραπεία. Οι ασθενείς, όμως, πρέπει να εντείνουν τον γλυκαιμικό έλεγχό τους και να υποβάλλονται τακτικά σε οφθαλμολογικές εξετάσεις, για να εντοπιστεί εγκαίρως τυχόν επιδείνωση. Ο πιο σημαντικός δείκτης, εξάλλου, και για πιθανές οφθαλμολογικές επιπτώσεις είναι ο ανά τρίμηνο έλεγχος της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης».

Καθώς η μη-παραγωγική διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια εξελίσσεται (μέτριας έως σοβαρής μορφής) αυξάνονται οι αλλοιώσεις στον αμφιβληστροειδή. Μπορεί να εμφανιστούν μικροαιμορραγίες, εξιδρώματα και οίδημα. Μπορεί επίσης να παρατηρηθεί οίδημα στο κέντρο του χιτώνα (είναι το λεγόμενο διαβητικό οίδημα της ωχράς ή διαβητική ωχροπάθεια). Σε αυτό το στάδιο αρχίζουν επίσης και οι αποφράξεις των αγγείων που οδηγούν σε ισχαιμία (μειωμένη παροχή αίματος).

Ο κίνδυνος για την όραση αυξάνεται σημαντικά και συνιστάται στον ασθενή επαναληπτικός οφθαλμολογικός έλεγχος σε συχνά χρονικά διαστήματα (ακόμα και ανά τρίμηνο). Παρ' όλα αυτά η όραση ακόμα δεν έχει επηρεαστεί σε σημείο που να ανησυχήσει ο ασθενής.

Το πιο σοβαρό στάδιο της νόσου είναι το επόμενο, η παραγωγική αμφιβληστροειδοπάθεια. «Ο οφθαλμός αντιδρά στην ισχαιμία παράγοντας νέα, παθολογικά αγγεία (λέγονται νεοαγγεία), τα οποία όμως έχουν αδύναμα τοιχώματα, είναι ασταθή και αιμορραγούν εύκολα», εξηγεί ο καθηγητής. «Εάν αυτά δεν αντιμετωπιστούν εγκαίρως, προκαλείται είτε σταδιακή είτε απότομη ελάττωση της όρασης λόγω των αιμορραγιών ή, τελικά, λόγω αποκόλλησης του αμφιβληστροειδούς χιτώνα».

Η αποκόλληση μπορεί να συμβεί επειδή η διαρροή υγρού και αίματος από τα αγγεία στο μάτι προκαλεί εκτεταμένη δημιουργία ουλώδους ιστού, ο οποίος μπορεί να επηρεάσει τη θέση του αμφιβληστροειδούς, προσθέτει.

Αν αναπτυχθούν νεοαγγεία και στην ίριδα του ματιού, αυξάνεται και η πίεση στο εσωτερικό του ματιού (ενδοφθάλμια πίεση), οπότε υπάρχει κίνδυνος να αναπτυχθεί νεοαγγειακό γλαύκωμα. Ένα πολύ συχνό εύρημα, εξάλλου, είναι το διαβητικό οίδημα της ωχράς λόγω διαρροής υγρού στο κέντρο του αμφιβληστροειδούς.

«Υπολογίζεται ότι το περίπου 50% των ασθενών με παραγωγική διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια παρουσιάζουν διαβητικό οίδημα της ωχράς κηλί­δας, χωρίς να αισθάνονται συνήθως τίποτα», προσθέτει ο κ. Κανελλόπουλος.

Όταν ένας ασθενής έχει παραγωγική διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια ο κίνδυνος απώλειας της όρασης και τύφλωσης είναι πολύ μεγάλος. Χρειάζεται επειγόντως θεραπεία για να σταθεροποιηθεί όσο το δυνατόν περισσότερο η όρασή του, αν και δεν είναι εφικτό να αποκατασταθεί εκείνη που ήδη έχει χαθεί.

«Για να μην φτάσει σε αυτό το στάδιο ένας ασθενής με διαβήτη, είναι απαραίτητο να ελέγχει προληπτικά την όρασή του, ειδικά με βυθοσκόπηση, μία φορά τον χρόνο και αν διαγνωστεί με διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια, όσο συχνά συστήσει ο οφθαλμίατρός του. Απαραίτητο είναι ακόμα να ρυθμίζει όσο πιο καλά μπορεί το σάκχαρό του, με δίαιτα, συστηματική γυμναστική και φαρμακευτική αγωγή, καθώς και να ελέγχει και τους άλλους παράγοντες που πλήττουν τα αγγεία των ματιών (υπέρταση, υψηλή χοληστερόλη, κάπνισμα). Ο συνδυασμός του τακτικού ελέγχου με τη φροντίδα του σακχαρώδη διαβήτη και των άλλων παραγόντων κινδύνου μπορεί να αποδειχθεί σωτήριος για την όραση», καταλήγει ο κ. Κανελλόπουλος.