Σημαντικές αβεβαιότητες επιβαρύνουν την παγκόσμια οικονομία. Μία σειρά από κρίσεις μειώνουν τους διαθέσιμους οικονομικούς πόρους, με αποτέλεσμα να υπάρχει επίπτωση στις δαπάνες Υγείας.
Οι προτεραιότητες της πολιτικής για την Υγεία μετατοπίζονται προς τη βελτίωση της αποδοτικότητας και την ενίσχυση της ανθεκτικότητας των συστημάτων Υγείας, επισημαίνεται σε σημερινή έκθεση του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ).
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Οργανισμού, τα οποία συνοψίζονται στον παρακάτω πίνακα, το 2024 η Ελλάδα είχε 8,1% δαπάνες Υγείας ως ποσοστό του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ), έναντι 9,3% στον ΟΟΣΑ.
Σε πρόσφατη έκθεση της ΕΛΣΤΑΤ, ωστόσο, αναφέρεται πως το 2024 η δαπάνη Υγείας στη χώρα μας ανήλθε στο 9,92% του ΑΕΠ, ποσοστό που ανεβάζει την Ελλάδα πάνω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ.
Δαπάνες Υγείας στον ΟΟΣΑ ως ποσοστό του ΑΕΠ
Προοπτικές
Οι συντάκτες της έκθεσης σημειώνουν πως τα ασταθή πρότυπα οικονομικής ανάπτυξης σε όλες τις χώρες τα τελευταία χρόνια, επηρεάζουν τις δαπάνες Υγείας.
Το 2024, η μέση αύξησή τους εκτιμάται ότι ήταν περίπου 4%, πάνω από τα ποσοστά πριν από την πανδημία. Οι δαπάνες για την Υγεία αντιπροσώπευαν κατά μέσο όρο το 9,3% του ΑΕΠ, κάτω από τo υψηλό του 2021 (9,6%) και 0,5% πάνω από το προ-πανδημικό επίπεδο του 2019.
Μέχρι το 2023, το μερίδιο των δαπανών για την πρόληψη είχε επανέλθει σε παρόμοιο επίπεδο με το πριν από την πανδημία.
Σε όλες τις χώρες του ΟΟΣΑ, η Υγεία είναι το δεύτερο μεγαλύτερο κονδύλι του προϋπολογισμού μετά την κοινωνική προστασία. Σε σύγκριση με άλλες κυβερνητικές λειτουργίες, οι δαπάνες υγειονομικής φροντίδας έχουν αυξηθεί περισσότερο από το σύνολο των κρατικών δαπανών.
Η γήρανση του πληθυσμού, η αύξηση των εισοδημάτων και η τεχνολογική πρόοδος θα συνεχίσουν να αποτελούν τους κύριους παράγοντες αύξησης των δαπανών Υγείας στο μέλλον.
Μακροπρόθεσμα, οι πιο αναγκαίες μεταρρυθμίσεις για αύξηση της αποτελεσματικότητας περιλαμβάνουν την πρωτοβάθμια περίθαλψη, το νοσοκομειακό τοπίο και την ψηφιακή υγεία.

Τι συμβαίνει στην Ελλάδα
Σχολιάζοντας την οικονομική εικόνα του ΕΣΥ, ο Μιχάλης Γιαννάκος (φωτογραφία), πρόεδρος της Ομοσπονδίας εργαζομένων στα νοσοκομεία (ΠΟΕΔΗΝ), η χρηματοδότηση της Υγείας είναι μονόδρομος για τη βελτίωση των παρεχόμενων υπηρεσιών:
"Οι δημόσιες δαπάνες Υγείας υπολείπονται 2% του ΑΕΠ από το μέσο όρο των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης", αναφέρει ο κ. Γιαννάκος, για να σημειώσει:
"Νομοτελειακά, όταν τα χρήματα που βάζει το κράτος στην Υγεία είναι λίγα, τότε καλείται ο πολίτης να τα συμπληρώσει από τη τσέπη του. Δυστυχώς, στη χώρα μας είναι πολλά αυτά που πληρώνουν οι πολίτες. Όχι μόνο τώρα, αλλά σε όλη τη διάρκεια των μνημονιακών ετών. Τα χρήματα που βγαίνουν από τη τσέπη των νοικοκυριών αγγίζουν το 40% των συνολικών δαπανών για την Υγεία".
Σύμφωνα με τον πρόεδρο της ΠΟΕΔΗΝ, το συγκλονιστικό είναι ότι - σε ποσοστό 20% και άνω - ο πληθυσμός της χώρας δεν έχει πρόσβαση σε απαραίτητες υπηρεσίες.
Όπως εξηγεί, αυτό είναι απόρροια των σοβαρών περιφερειακών υγειονομικών ανισοτήτων, καθώς επίσης και της οικονομικής κατάστασης των νοικοκυριών, καθώς ένα μεγάλο ποσοστό των Ελλήνων ζουν στα όρια ή κάτω από τα όρια της φτώχειας.
"Όταν δυσκολεύονται στη πρόσβαση στο δημόσιο σύστημα, πού να βρουν χρήματα να αγοράζουν τις απαραίτητες υπηρεσίες Υγείας και ας τις έχουν απόλυτη ανάγκη;", διερωτάται, για να επισημάνει:
"Είναι σαφές ότι χωρίς επαρκείς δημόσιες δαπάνες υποβαθμίζεται η ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών με κίνδυνο και ταλαιπωρία για τους ασθενείς".
Για να επιστρέψουν ιδιώτες γιατροί στο σύστημα, ο κ. Γιαννάκος καλεί την κυβέρνηση να τούς διακόψει τη συνταγογράφηση φαρμάκων και εξετάσεων μέσω ΕΟΠΥΥ.
Ειδήσεις υγείας σήμερα
Τι είναι η νέα παραλλαγή του κορωνοϊού "τζιτζίκι" - Τα χαρακτηριστικά της BA.3.2
Νέο γρήγορο τεστ για ανθεκτικά βακτήρια στα νοσοκομεία
Η Φαρμασέρβ–Λίλλυ ανοίγει νέους δρόμους στη νευρολογική και ψυχική υγεία