Η τερβιναφίνη ανήκει στην κατηγορία των αντιμυκητιασικών της ομάδας των αλλυλαμινών και χρησιμοποιείται ευρέως για τη θεραπεία μυκητιάσεων του δέρματος και των νυχιών.
Σε τοπική μορφή (κρέμα ή βερνίκι νυχιών) εφαρμόζεται κυρίως σε επιφανειακές λοιμώξεις όπως το "πόδι του αθλητή" ή άλλες δερματοφυτίες, ενώ σε μορφή δισκίων χορηγείται σε πιο εκτεταμένες, υποτροπιάζουσες ή δύσκολα αντιμετωπίσιμες λοιμώξεις, καθώς και σε ονυχομυκητιάσεις.
Ο μηχανισμός δράσης της βασίζεται στην αναστολή του ενζύμου σκουαλενοεποξειδάση, το οποίο είναι απαραίτητο για τη σύνθεση της εργοστερόλης, βασικού συστατικού της κυτταρικής μεμβράνης των μυκήτων.
Η αναστολή αυτή οδηγεί σε συσσώρευση σκουαλενίου σε τοξικά επίπεδα μέσα στο κύτταρο του μύκητα, προκαλώντας τον θάνατό του. Η δράση της είναι κυρίως μυκητοκτόνος έναντι δερματοφυτών και ορισμένων άλλων μυκήτων, ενώ έναντι ορισμένων ζυμομυκήτων μπορεί να είναι είτε μυκητοκτόνος είτε μυκητοστατική.
Η τοπική εφαρμογή θεωρείται γενικά ασφαλής, με ήπιες ανεπιθύμητες ενέργειες όπως ερεθισμό, κνησμό ή απολέπιση του δέρματος.
Αντίθετα, η από του στόματος χορήγηση μπορεί να προκαλέσει συστηματικές ανεπιθύμητες ενέργειες, όπως κεφαλαλγία, γαστρεντερικές διαταραχές, δερματικά εξανθήματα και μυοσκελετικούς πόνους. Σπάνια μπορεί να εμφανιστούν σοβαρές αντιδράσεις, όπως σοβαρές δερματικές αντιδράσεις ή διαταραχές του αίματος.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται στη λειτουργία του ήπατος κατά τη συστηματική θεραπεία, καθώς η τερβιναφίνη μπορεί να προκαλέσει ηπατοτοξικότητα ακόμη και σε ασθενείς χωρίς προϋπάρχουσα ηπατική νόσο. Για τον λόγο αυτό συνιστάται έλεγχος των ηπατικών ενζύμων πριν την έναρξη της θεραπείας και τακτική παρακολούθηση κατά τη διάρκειά της.
Σε περίπτωση εμφάνισης συμπτωμάτων όπως ναυτία, κόπωση, ίκτερος ή σκουρόχρωμα ούρα, η θεραπεία πρέπει να διακόπτεται άμεσα.
Η τερβιναφίνη αλληλεπιδρά με διάφορα φάρμακα, κυρίως μέσω του ηπατικού μεταβολισμού. Ορισμένα φάρμακα μπορούν να αυξήσουν ή να μειώσουν τα επίπεδά της στο αίμα, ενώ η ίδια αναστέλλει το ένζυμο CYP2D6, επηρεάζοντας τη δράση άλλων φαρμάκων όπως αντικαταθλιπτικά, β-αναστολείς και αντιαρρυθμικά. Αντίθετα, δεν έχουν παρατηρηθεί σημαντικές αλληλεπιδράσεις κατά την τοπική χρήση.
Η χρήση της κατά την εγκυμοσύνη δεν συνιστάται σε συστηματική μορφή, εκτός αν είναι απολύτως απαραίτητο, ενώ κατά τη γαλουχία αντενδείκνυται η από του στόματος χορήγηση, καθώς η ουσία περνά στο μητρικό γάλα. Η τοπική χρήση θεωρείται πιο ασφαλής λόγω της ελάχιστης απορρόφησης, αν και συχνά προτιμώνται άλλα αντιμυκητιασικά.
Τέλος, όπως και με άλλα αντιμυκητιασικά, έχουν αναφερθεί περιπτώσεις ανάπτυξης αντοχής, ιδιαίτερα σε ορισμένα στελέχη μυκήτων που εξαπλώνονται πλέον και στην Ευρώπη, γεγονός που καθιστά σημαντική τη σωστή και συνετή χρήση του φαρμάκου.
Ειδήσεις υγείας σήμερα
"Αξονική αντί για υπέρηχο" - Χωρίς ακτινολόγο 1 στις 2 μέρες το νοσοκομείο Άρτας
Κύηση: Η μείζων κατάθλιψη κορυφώνεται μετά τον τοκετό [μελέτη]
Καρκίνος μαστού: Άσκηση με αντιστάσεις μετά από εγχείρηση επιταχύνει την ανάρρωση [μελέτη]