Σημαντική πρόοδο στην αντιμετώπιση της σοβαρής καρδιακής ανεπάρκειας πέτυχαν ερευνητές από τη Γερμανία, καθώς για πρώτη φορά κλινική μελέτη έδειξε ότι εργαστηριακά καλλιεργημένος καρδιακός μυϊκός ιστός μπορεί να βελτιώσει τη λειτουργία μιας σοβαρά εξασθενημένης καρδιάς.

Τα αποτελέσματα δημοσιεύθηκαν στο έγκριτο ιατρικό περιοδικό "New England Journal of Medicine" και θεωρούνται ορόσημο στον τομέα της αναγεννητικής καρδιολογίας.

Η μελέτη BioVAT-HF-DZHK20, που υλοποιείται από την ιατρική σχολή του Πανεπιστημίου του Γκάιτιγκεν  και το πανεπιστημιακό νοσσοκολμέιο του Schleswig-Holstein, εξετάζει μια πρωτοποριακή θεραπεία με τη χρήση "καρδιακού επιθέματος" το οποίο δημιουργείται από πολυδύναμα βλαστοκύτταρα και εμφυτεύεται στην επιφάνεια της καρδιάς ασθενών με προχωρημένη καρδιακή ανεπάρκεια.

Η καρδιακή ανεπάρκεια αποτελεί μία από τις συχνότερες και σοβαρότερες καρδιαγγειακές παθήσεις παγκοσμίως. Συχνά εμφανίζεται μετά από έμφραγμα του μυοκαρδίου, όταν τμήματα του καρδιακού μυός καταστρέφονται λόγω έλλειψης οξυγόνου και αντικαθίστανται από ουλώδη ιστό, ο οποίος δεν μπορεί να συσπαστεί. Ως αποτέλεσμα, η καρδιά χάνει σταδιακά την ικανότητά της να αντλεί αποτελεσματικά το αίμα.

Μέχρι σήμερα, οι διαθέσιμες θεραπείες μπορούσαν κυρίως να επιβραδύνουν την εξέλιξη της νόσου, χωρίς όμως να αποκαθιστούν τον κατεστραμμένο καρδιακό μυ. Σε προχωρημένα στάδια, οι επιλογές περιορίζονται συχνά σε μεταμόσχευση καρδιάς ή σε μηχανικά συστήματα υποστήριξης της καρδιακής λειτουργίας.

Το νέο καρδιακό επίθεμα κατασκευάζεται από επαγόμενα πολυδύναμα βλαστοκύτταρα (iPS), τα οποία προέρχονται από κύτταρα αίματος και μετατρέπονται στο εργαστήριο σε καρδιακά μυϊκά και συνδετικά κύτταρα. Σε συνδυασμό με κολλαγόνο, σχηματίζουν ζωντανό καρδιακό ιστό που πάλλεται. Έως και 20 τέτοιες μονάδες ιστού ενώνονται για να δημιουργήσουν το τελικό επίθεμα.

Η εμφύτευση γίνεται με ελάχιστα επεμβατική χειρουργική τεχνική. Το επίθεμα τοποθετείται στην εξωτερική επιφάνεια της καρδιάς, όπου αναμένεται να σχηματίσει ένα νέο στρώμα καρδιακού μυός πάχους τριών έως τεσσάρων χιλιοστών, ενισχύοντας τη δομή και τη λειτουργία της εξασθενημένης καρδιάς.

Στην κλινική δοκιμή συμμετείχαν συνολικά 20 ασθενείς με σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια, οι οποίοι συνέχιζαν να εμφανίζουν σημαντικά συμπτώματα παρά τη βέλτιστη φαρμακευτική και τεχνολογική θεραπεία. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η μέγιστη ασφαλής δόση αντιστοιχεί σε περίπου 800 εκατ. καρδιακά κύτταρα.

Η ανάλυση των πρώτων 16 ασθενών που έλαβαν τη μέγιστη δόση έδειξε, τρεις μήνες μετά τη θεραπεία, πάχυνση του κατεστραμμένου τοιχώματος της καρδιάς, βελτίωση της αντλητικής λειτουργίας και αισθητή αναβάθμιση της ποιότητας ζωής τους.

Παράλληλα, η παρακολούθηση των ασθενών για διάστημα που ξεπερνά τα τέσσερα χρόνια κατέγραψε ενδείξεις διατηρήσιμης βελτίωσης της καρδιακής λειτουργίας.

Οι επιστήμονες τονίζουν ότι απαιτούνται μεγαλύτερες και πολυκεντρικές μελέτες για να επιβεβαιωθούν τα ευρήματα και να αξιολογηθεί πλήρως η αποτελεσματικότητα της θεραπείας. Ήδη προετοιμάζονται νέες κλινικές δοκιμές με τη συμμετοχή ερευνητικών κέντρων στη Γερμανία, την Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Παρά την ανάγκη για περαιτέρω έρευνα, τα αποτελέσματα της BioVAT-HF-DZHK20 δημιουργούν αισιοδοξία ότι στο μέλλον θα είναι δυνατή όχι μόνο η επιβράδυνση της καρδιακής ανεπάρκειας, αλλά και η αποκατάσταση τμήματος του κατεστραμμένου καρδιακού μυός, προσφέροντας μια νέα θεραπευτική επιλογή σε ασθενείς με βαριά καρδιακή νόσο.

Προσθέστε το iatronet.gr στο Discover

Ειδήσεις υγείας σήμερα
''Απήχθη εις Γερμανίαν, 1943''- Εβραίοι γιατροί της Θεσσαλονίκης θύματα του Ολοκαυτώματος
Φροντιστές, άγχος και συμβουλές αυτοφροντίδας
Προτεραιότητα στο BBP-418 για τη θεραπεία της Ζωνιαίας Μυϊκής Δυστροφίας τύπου 2I/R9