Η ικανότητα να διακρίνει κανείς από ένα "πλέγμα" θορύβων του περιβάλλοντος συνεκτικούς ήχους, όπως μια συνομιλία, αποτελεί μια ιδιαίτερα σημαντική λειτουργία του ανθρώπινου εγκεφάλου για την αντίληψη του περιβάλλοντος. Μια διεθνής ερευνητική ομάδα έδειξε πρόσφατα ότι αυτή η ικανότητα είναι πιθανότατα έμφυτη και λειτουργεί ακόμη και κατά τη διάρκεια του ύπνου.

Τα ευρήματα δημοσιεύθηκαν στο επιστημονικό περιοδικό "Frontiers in Human Neuroscience".

"Είναι πολύ πιθανό τα νεογέννητα να διαθέτουν από τη γέννησή τους μια σειρά από διαφορετικές ικανότητες", εξήγησε η συν-συγγραφέας της μελέτης, Petra Kovács από το Ινστιτούτο Έρευνας Ήχου της Αυστριακής Ακαδημίας Επιστημών (ÖAW), στο πρακτορείο APA.

Αυτές οι ικανότητες κυμαίνονται από τη βασική ακουστική αντίληψη έως και τις διαδικασίες εκμάθησης της γλώσσας, διευκολύνοντας τη μελλοντική ακουστική και γλωσσική ανάπτυξη.

Για να διερευνηθεί αν η αναγνώριση συνεκτικών ήχων μέσα σε πολύπλοκα ηχητικά περιβάλλοντα αποτελεί μία από αυτές τις έμφυτες δεξιότητες, οι ερευνητές κατέγραψαν την εγκεφαλική δραστηριότητα 33 υγιών νεογέννητων ηλικίας από 0 έως 4 ημερών, κατά τον φυσικό τους ύπνο.

Χρησιμοποιήθηκαν υψηλής ανάλυσης καταγραφές EEG με 64 ηλεκτρόδια στο κρανίο. Στα κοιμισμένα βρέφη παρουσιάστηκαν ήχοι που άλλαζαν τυχαία, μέσα στους οποίους όμως υπήρχε ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο συχνοτήτων.

Ο εγκέφαλος των νεογέννητων αντέδρασε μετρήσιμα στα ηχητικά μοτίβα. Οι επιστήμονες παρατήρησαν μια πρώτη εγκεφαλική απόκριση μεταξύ 300 και 600 χιλιοστών του δευτερολέπτου μετά την έναρξη των ήχων, στις περιοχές του κροταφικού και βρεγματικού λοβού.

Ακολούθησε μια δεύτερη ενεργοποίηση στις μετωπιαίες και μεσαίες περιοχές του εγκεφάλου.

Τα μοτίβα αυτά μοιάζουν με εκείνα που παρατηρούνται στους ενήλικες, αν και εμφανίζονται με μεγαλύτερη καθυστέρηση. Αυτό πιθανόν να οφείλεται στην ακόμη ατελή μυελίνωση των νευρικών ινών στον αναπτυσσόμενο εγκέφαλο, όπως εκτιμούν οι ερευνητές.

Επιπλέον, στους ενήλικες η εγκεφαλική απόκριση κλιμακώνεται ανάλογα με την ένταση του σήματος, ενώ στα νεογέννητα διαπιστώνεται κυρίως διάκριση μεταξύ πολύ ισχυρών και πολύ ασθενών ερεθισμάτων.

"Η ικανότητα διάκρισης μεταξύ κανονικών και ακανόνιστων ήχων αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση για την εκμάθηση της γλώσσας, καθώς και η ίδια η γλώσσα βασίζεται σε ακουστικά μοτίβα", ανέφερε η Kovács.

Με άλλα λόγια, πρόκειται για ένα πρώτο βήμα στην ικανότητα του εγκεφάλου να διαχωρίζει την ομιλία από τον θόρυβο του περιβάλλοντος.

Ωστόσο, η ερευνήτρια τονίζει ότι η εμπειρία και οι κρίσιμες αναπτυξιακές περίοδοι παίζουν επίσης καθοριστικό ρόλο στη γλωσσική και ακουστική ανάπτυξη.

Παραμένουν ακόμη πολλά αναπάντητα ερωτήματα, όπως η πορεία ανάπτυξης αυτής της ικανότητας με την ηλικία.

Οι πρώιμες και μεταγενέστερες εγκεφαλικές αποκρίσεις που παρατηρούνται στα νεογέννητα φαίνεται να αποτελούν πρόδρομες μορφές των μετέπειτα λειτουργιών του εγκεφάλου, όμως η διαδικασία ωρίμανσής τους δεν είναι ακόμη γνωστή.

Επιπλέον, το επιφανειακό EEG δεν μπορεί να προσδιορίσει με ακρίβεια ποιες περιοχές του εγκεφάλου παράγουν τις αντιδράσεις.

Τέλος, δεν είναι σαφές αν υπάρχει σύνδεση ανάμεσα στην ποιότητα αυτών των πρώιμων ικανοτήτων και στις μελλοντικές γλωσσικές, προσοχής ή επικοινωνιακές δεξιότητες.

Για αυτό θα απαιτούνταν μακροχρόνιες μελέτες παρακολούθησης παιδιών με την πάροδο του χρόνου.

Προσθέστε το iatronet.gr στο Discover

Ειδήσεις υγείας σήμερα
ECDC: Πέντε άτομα σε στενή επαφή με τον Γάλλο γιατρό που μολύνθηκε από Έμπολα
ΕΟΦ: Απαγόρευση διάθεσης και διακίνησης δύο συμπληρωμάτων διατροφής
Ανάκληση παρτίδας προϊόντος απολύμανσης από τον ΕΟΦ