Ο τρόπος ζωής επηρεάζει περισσότερο από τη γενετική προδιάθεση την εμφάνιση του σακχαρώδους διαβήτη τύπου 2, σύμφωνα με μεγάλη αμερικανική μελέτη που βασίστηκε σε δεδομένα περισσότερων από 330.000 ατόμων στη Βρετανία. Οι ερευνητές εκτιμούν ότι περίπου οι μισές περιπτώσεις της νόσου θα μπορούσαν να προληφθούν μέσω υγιεινών συνηθειών.
Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό "Diabetes", ανέλυσε στοιχεία από 332.251 συμμετέχοντες της βρετανικής βιοτράπεζας, με μέση ηλικία τα 55 έτη, οι οποίοι δεν έπασχαν από διαβήτη τύπου 2 κατά την έναρξη της έρευνας. Παράλληλα, εξετάστηκαν γενετικές παραλλαγές που σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης της νόσου, η οποία αντιπροσωπεύει περίπου το 90% όλων των περιστατικών διαβήτη.
Οι συμμετέχοντες κατατάχθηκαν σε τρεις ομάδες ανάλογα με τον γενετικό τους κίνδυνο – υψηλό, μέτριο και χαμηλό – καθώς και με βάση τον τρόπο ζωής τους, λαμβάνοντας υπόψη το κάπνισμα, τον δείκτη μάζας σώματος (BMI), τη σωματική δραστηριότητα και τη διατροφή. Κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης, που διήρκεσε κατά μέσο όρο 13,6 χρόνια, το 4% των συμμετεχόντων εμφάνισε διαβήτη τύπου 2.
Τα αποτελέσματα ήταν ιδιαίτερα σαφή. Τα άτομα με υψηλή γενετική προδιάθεση είχαν 2,58 φορές μεγαλύτερο κίνδυνο να νοσήσουν σε σύγκριση με εκείνα που είχαν χαμηλό γενετικό κίνδυνο.
Ωστόσο, ο τρόπος ζωής αποδείχθηκε ακόμη σημαντικότερος παράγοντας. Συγκεκριμένα, τα άτομα με τον υψηλότερο δείκτη μάζας σώματος είχαν 6,83 φορές μεγαλύτερη πιθανότητα να εμφανίσουν διαβήτη σε σχέση με όσους είχαν το χαμηλότερο σωματικό βάρος.
Ακόμη πιο εντυπωσιακά ήταν τα ευρήματα όταν συνδυάστηκαν η γενετική προδιάθεση και οι ανθυγιεινές συνήθειες. Άτομα με χαμηλό γενετικό κίνδυνο αλλά ανθυγιεινό τρόπο ζωής εμφάνιζαν 7,11 φορές μεγαλύτερο κίνδυνο σε σύγκριση με όσους είχαν χαμηλό γενετικό κίνδυνο και υγιεινές συνήθειες.
Όταν, μάλιστα, η υψηλή γενετική προδιάθεση συνδυαζόταν με ανθυγιεινό τρόπο ζωής, ο κίνδυνος εμφάνισης διαβήτη τύπου 2 αυξανόταν κατά 17,33 φορές.
Οι ερευνητές εκτιμούν ότι η συμβολή του τρόπου ζωής στην εμφάνιση της νόσου ανέρχεται στο 55%, έναντι 45% που αποδίδεται στη γενετική προδιάθεση. Ο σημαντικότερος τροποποιήσιμος παράγοντας κινδύνου αναδείχθηκε ο δείκτης μάζας σώματος (BMI).
"Τα αποτελέσματά μας επιβεβαιώνουν ότι, παρότι η γενετική παίζει σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη του διαβήτη τύπου 2, οι παράγοντες του τρόπου ζωής – και ιδιαίτερα η διατήρηση φυσιολογικού σωματικού βάρους – έχουν ακόμη μεγαλύτερη σημασία.
Επιπλέον, διαπιστώσαμε ότι άτομα με οποιοδήποτε επίπεδο γενετικού κινδύνου μπορούν να μειώσουν σημαντικά την πιθανότητα εμφάνισης της νόσου υιοθετώντας έναν υγιεινό τρόπο ζωής", καταλήγουν οι επιστήμονες.
Προσθέστε το iatronet.gr στο DiscoverΕιδήσεις υγείας σήμερα
Ελληνική Οφθαλμολογική Εταιρεία: Ιατρική πράξη η διάγνωση των προβλημάτων όρασης
Το καλύτερο check-out πριν τις διακοπές: Εθελοντική αιμοδοσία στο Μετρό Συντάγματος
Οι άνθρωποι της AbbVie γίνονται μια ‘αλυσίδα φροντίδας’ για την κοινωνία