Τα έλκη στα πόδια που δεν επουλώνονται, γνωστά ως έλκη κνήμης (Ulcus cruris), αποτελούν ιδιαίτερα στους ηλικιωμένους ένα σοβαρό και δύσκολα αντιμετωπίσιμο πρόβλημα υγείας.

Αμερικανοί επιστήμονες εντόπισαν σε νέα μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο "Science Translational Medicine", έναν πιθανό βιολογικό μηχανισμό που συμβάλλει στην αποτυχία επούλωσης. Πρόκειται για το γονίδιο-καταστολέα όγκων PTEN, η αυξημένη δραστηριότητα του οποίου φαίνεται να αναστέλλει σημαντικές διαδικασίες επούλωσης. Οι ερευνητές δοκιμάζουν ήδη μια πιθανή θεραπευτική προσέγγιση σε προκλινικά μοντέλα.

"Για εκατομμύρια ασθενείς με χρόνια φλεβικά έλκη στα πόδια, η επούλωση εξακολουθεί να αποτελεί σημαντική πρόκληση. Παρά τις καθιερωμένες θεραπείες, όπως η θεραπεία συμπίεσης και οι διάφορες μορφές περιποίησης των τραυμάτων, λιγότερα από τα μισά φλεβικά έλκη επουλώνονται επιτυχώς", αναφέρει το University of Miami Miller School of Medicine.

Τα χρόνια τραύματα μπορεί να παραμένουν για χρόνια, προκαλώντας πόνο, περιορισμό της κινητικότητας, κοινωνική απομόνωση και σημαντική επιβάρυνση για τα συστήματα υγείας.

Οι ερευνήτριες Jelena Marjanovic και Marjana Tomic-Canic μελέτησαν τους μοριακούς μηχανισμούς που διαχωρίζουν τα έλκη τα οποία επουλώνονται από εκείνα που παραμένουν χρόνια. Τα φλεβικά έλκη αποτελούν περίπου το 70% όλων των ελκών των κάτω άκρων και επηρεάζουν έως και το 3% του γενικού πληθυσμού. Παρά το σημαντικό κλινικό και κοινωνικό τους βάρος, οι μοριακοί μηχανισμοί που καθορίζουν γιατί ορισμένες πληγές επουλώνονται ενώ άλλες όχι παραμένουν σε μεγάλο βαθμό άγνωστοι.

Για να διερευνήσουν το ζήτημα, οι επιστήμονες συνδύασαν σύγχρονες τεχνολογίες γονιδιωματικής με κλινική μελέτη σε ασθενείς με φλεβικά έλκη. Αρχικά χρησιμοποίησαν αλληλούχιση RNA σε επίπεδο μεμονωμένου κυττάρου, εξετάζοντας ιστούς από χρόνια φλεβικά έλκη και από υγιές δέρμα. Με τον τρόπο αυτό δημιούργησαν μια λεπτομερή εικόνα της κυτταρικής σύνθεσης των τραυμάτων που δεν επουλώνονται.

Παράλληλα, παρακολούθησαν ασθενείς που υποβάλλονταν σε τυπική θεραπεία, προκειμένου να διαπιστώσουν ποια έλκη επουλώνονταν και ποια παρέμεναν ενεργά. Τα δείγματα ιστού που είχαν ληφθεί στην έναρξη της μελέτης αναλύθηκαν και τα ευρήματα συσχετίστηκαν με την πορεία επούλωσης κατά τη διάρκεια τεσσάρων εβδομάδων. Ένα έλκος χαρακτηρίστηκε ως επουλούμενο όταν η επιφάνειά του μειώθηκε περισσότερο από 50%, ενώ όσα δεν έφτασαν αυτό το όριο θεωρήθηκαν μη επουλούμενα.

Οι αναλύσεις αποκάλυψαν σημαντικές διαφορές.

Στα χρόνια, μη επουλούμενα τραύματα παρατηρήθηκε γενικευμένη καταστολή της ανοσολογικής δραστηριότητας, μεταξύ άλλων μειωμένη προσέλκυση και μετακίνηση ανοσοκυττάρων προς τον τραυματισμένο ιστό. Σημαντικές φλεγμονώδεις διεργασίες που φυσιολογικά ενεργοποιούνται κατά την επούλωση μιας οξείας πληγής απουσίαζαν σε μεγάλο βαθμό. Αντίθετα, τα έλκη που επουλώνονταν παρουσίαζαν πρότυπα γονιδιακής έκφρασης παρόμοια με εκείνα της φυσιολογικής οξείας επούλωσης.

Ένα δεύτερο βασικό εύρημα αφορούσε την αγγειογένεση, δηλαδή τον σχηματισμό νέων αιμοφόρων αγγείων. Στα μη επουλούμενα έλκη υπήρχαν λιγότερα αγγεία και μειωμένη έκφραση γονιδίων που σχετίζονται με την ανάπτυξή τους. Αυτό μπορεί να περιορίζει την παροχή οξυγόνου και θρεπτικών συστατικών, αλλά και την άφιξη ανοσοκυττάρων στην περιοχή του τραύματος.

Παράλληλα, διαπιστώθηκαν σημαντικές διαταραχές στη λεμφαγγειογένεση, δηλαδή στον σχηματισμό νέων λεμφικών αγγείων. Τα μη επουλούμενα έλκη εμφάνιζαν λιγότερα λεμφικά αγγεία και μειωμένη μεταφορά ανοσοκυττάρων μέσω του λεμφικού συστήματος. Αυτό υποδηλώνει ότι τόσο η προσέλκυση των ανοσοκυττάρων όσο και η απομάκρυνσή τους από τον τραυματισμένο ιστό μπορεί να είναι προβληματικές.

"Η επούλωση ενός τραύματος μοιάζει με συμφωνία, στην οποία πολλοί διαφορετικοί τύποι κυττάρων και βιολογικές διεργασίες πρέπει να συνεργάζονται αρμονικά για να κλείσει η πληγή", δήλωσε η Marjana Tomic-Canic. "Θέλαμε να κατανοήσουμε τι συμβαίνει όταν αυτή η αρμονία διαταράσσεται και γιατί ορισμένες πληγές δεν επουλώνονται φυσιολογικά παρά την κατάλληλη θεραπεία".

Μέσω βιοπληροφορικής ανάλυσης οι ερευνητές εντόπισαν επανειλημμένα τη συμμετοχή του γονιδίου PTEN. Το PTEN είναι γνωστό ως γονίδιο-καταστολέας όγκων και ρυθμίζει πολυάριθμες κυτταρικές σηματοδοτικές οδούς. Στα μη επουλούμενα έλκη η δραστηριότητά του ήταν αυξημένη και συνδεόταν με καταστολή σημαντικών μηχανισμών που σχετίζονται με τη μετακίνηση των κυττάρων, τη φλεγμονή, την αγγειογένεση και την αποκατάσταση των ιστών.

Πρόσθετες αναλύσεις επιβεβαίωσαν αυξημένη σηματοδότηση του PTEN σε ανοσοκύτταρα και λεμφικά ενδοθηλιακά κύτταρα των χρόνιων τραυμάτων.

Οι ερευνητές εκτιμούν ότι το PTEN μπορεί να λειτουργεί ως ένας κεντρικός ρυθμιστής που επηρεάζει ταυτόχρονα πολλές από τις βιολογικές διεργασίες οι οποίες είναι διαταραγμένες στα μη επουλούμενα φλεβικά έλκη. "Ιδιαίτερα ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι το PTEN φαίνεται να αποτελεί έναν κεντρικό μηχανισμό ελέγχου που μπορεί να επηρεάζει ταυτόχρονα πολλαπλές διαδικασίες επούλωσης", δήλωσε η Jelena Marjanovic.

Για να εξετάσουν εάν η στοχευμένη αναστολή του PTEN θα μπορούσε να βελτιώσει την επούλωση, οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν φαρμακολογικό αναστολέα του PTEN σε ζωικά μοντέλα. Η αναστολή του PTEN οδήγησε σε αυξημένη προσέλκυση ανοσοκυττάρων, ενίσχυση των φλεγμονωδών σημάτων, διέγερση της αγγειογένεσης και της λεμφαγγειογένεσης και, τελικά, ταχύτερη σύγκλειση των τραυμάτων.

Παρόμοια αναγεννητικά αποτελέσματα παρατηρήθηκαν και σε μοντέλο ανθρώπινου δέρματος ex vivo. Τα ευρήματα δείχνουν ότι η αναστολή του PTEN ενδέχεται να μπορεί να αποκαταστήσει ταυτόχρονα αρκετούς από τους μηχανισμούς επούλωσης που δυσλειτουργούν στα χρόνια τραύματα. Ωστόσο, τα αποτελέσματα αυτά βρίσκονται ακόμη σε προκλινικό στάδιο και δεν σημαίνουν ότι μια τέτοια θεραπεία είναι σήμερα διαθέσιμη ή αποδεδειγμένα ασφαλής και αποτελεσματική για ασθενείς.

"Ιδιαίτερα συναρπαστικό είναι το γεγονός ότι η στοχευμένη παρέμβαση σε ένα μόνο μόριο μπόρεσε να αποκαταστήσει πολλαπλές διεργασίες που είναι απαραίτητες για την επούλωση", ανέφερε η Tomic-Canic. "Η δυνατότητα να επηρεάζονται ταυτόχρονα τόσες διαταραγμένες σηματοδοτικές οδοί ανοίγει έναν πολλά υποσχόμενο νέο δρόμο για την έρευνα και τη μελλοντική θεραπεία των χρόνιων τραυμάτων".

Προσθέστε το iatronet.gr στο Discover

Ειδήσεις υγείας σήμερα
Εντοπίστηκε νέος μηχανισμός ρύθμισης της φλεγμονής - Ποιες παθήσεις μπαίνουν στο στόχαστρο
Προσωρινός διοικητής στο νοσοκομείο Έδεσσας
Τι αλλάζει από τον Αύγουστο στην υποβολή συνταγών από φαρμακεία στον ΕΟΠΥΥ