Μια νέα τυχαιοποιημένη κλινική μελέτη, που δημοσιεύθηκε στις 2 Σεπτεμβρίου 2026 στο "New England Journal of Medicine", θέτει υπό αμφισβήτηση την καθιερωμένη πρακτική της εντατικής χημειοθεραπείας ως βασικής αρχικής θεραπείας για ασθενείς με οξεία μυελογενή λευχαιμία (AML) που θεωρούνται αρκετά υγιείς ώστε να την υποβληθούν.
Η μελέτη συνέκρινε τον συνδυασμό αζακιτιδίνης και βενετοκλάξης (azacitidine–venetoclax) με την κλασική εντατική χημειοθεραπεία εφόδου σε ασθενείς με νεοδιαγνωσθείσα AML, οι οποίοι ήταν κατάλληλοι για εντατική θεραπεία.
Στη μελέτη συμμετείχαν 172 ασθενείς, οι οποίοι κατανεμήθηκαν τυχαία σε δύο ομάδες των 86 ατόμων. Η διάμεση ηλικία ήταν 64 έτη, ενώ περίπου 72% των ασθενών είχαν δυσμενή κυτταρογενετικό ή μοριακό κίνδυνο, σύμφωνα με την ταξινόμηση ELN 2022.
Με διάμεση παρακολούθηση 21,9 μηνών, η διάμεση επιβίωση χωρίς συμβάν (event-free survival) ήταν 14,5 μήνες στους ασθενείς που έλαβαν αζακιτιδίνη–βενετοκλάξη, έναντι μόλις 6,2 μηνών σε εκείνους που υποβλήθηκαν σε εντατική χημειοθεραπεία.
Ο κίνδυνος εμφάνισης συμβάντος ή θανάτου ήταν κατά 43% χαμηλότερος στην ομάδα της αζακιτιδίνης–βενετοκλάξης (αναλογία κινδύνου 0,57), με τη διαφορά να είναι στατιστικά σημαντική.
Παράλληλα, η νέα θεραπευτική προσέγγιση συνδέθηκε με λιγότερες σοβαρές επιπλοκές. Λοίμωξη βαθμού 3 ή υψηλότερου εμφανίστηκε στο 28% των ασθενών που έλαβαν αζακιτιδίνη–βενετοκλάξη, έναντι 41% στην ομάδα της εντατικής χημειοθεραπείας. Σοβαρή αιμορραγία καταγράφηκε σε 2% και 12% των ασθενών, αντίστοιχα.
Ο συνδυασμός αζακιτιδίνης και βενετοκλάξης χρησιμοποιείται ήδη ευρέως σε ασθενείς με AML που δεν μπορούν να υποβληθούν σε εντατική χημειοθεραπεία. Τα νέα δεδομένα, ωστόσο, είναι ιδιαίτερα σημαντικά επειδή αφορούν ασθενείς που θα μπορούσαν να υποβληθούν σε εντατική θεραπεία.
Τα ευρήματα επομένως ανοίγουν τη συζήτηση για μια πιθανή αλλαγή στον τρόπο επιλογής της αρχικής θεραπείας στην AML. Η απόφαση μπορεί στο μέλλον να βασίζεται περισσότερο στα μοριακά και κυτταρογενετικά χαρακτηριστικά της λευχαιμίας, στην εκτίμηση της ελάχιστης υπολειμματικής νόσου (MRD), στην πιθανότητα μεταμόσχευσης και στο εξατομικευμένο προφίλ κινδύνου του ασθενούς, και λιγότερο αποκλειστικά στην ικανότητά του να αντέξει εντατική χημειοθεραπεία.
Ωστόσο, οι ερευνητές επισημαίνουν ότι πρόκειται για μελέτη φάσης 2 με σχετικά μικρό αριθμό ασθενών. Επιπλέον, ορισμένες σημαντικές μοριακές υποομάδες, όπως ασθενείς με μεταλλάξεις FLT3 και ορισμένες περιπτώσεις με μεταλλάξεις NPM1, δεν συμπεριλήφθηκαν στη μελέτη. Ως εκ τούτου, τα αποτελέσματα δεν μπορούν να γενικευθούν σε όλους τους ασθενείς με AML.
Ιδιαίτερη σημασία θα έχει επίσης να διαπιστωθεί εάν η σημαντική βελτίωση της επιβίωσης χωρίς συμβάν μεταφράζεται τελικά και σε παράταση της συνολικής επιβίωσης και περισσότερες μακροχρόνιες ιάσεις.
Προσθέστε το iatronet.gr στο DiscoverΕιδήσεις υγείας σήμερα
ΔΕΠΥ και αναβλητικότητα: Η νευροβιολογική βάση πίσω από την αναβολή της δράσης
Ε.Ε.Σ.: Χρήσιμες συμβουλές για τις πρώτες ημέρες στο σχολείο
Βραβεία νεανικής επιχειρηματικότητας Στέλιος Χατζηιωάννου 2026