Το λομπεραμισάλ (loberamisal) φαίνεται να αυξάνει σημαντικά τις πιθανότητες καλής λειτουργικής αποκατάστασης μετά από ισχαιμικό εγκεφαλικό επεισόδιο, σύμφωνα με τα αποτελέσματα μιας μεγάλης φάσης 3 που πραγματοποιήθηκε στην Κίνα.
Ωστόσο, ειδικοί από τη Γερμανία, τον Καναδά και τις ΗΠΑ εκφράζουν επιφυλάξεις και ζητούν να επιβεβαιωθούν τα ευρήματα σε πολυεθνικές μελέτες.
Τα αποτελέσματα της μελέτης LAIS (Loberamisal for Acute Ischemic Stroke), που είχαν παρουσιαστεί αρχικά την άνοιξη σε επιστημονικό συνέδριο, δημοσιεύθηκαν τώρα στο JAMA.
Για δεκαετίες, οι προσπάθειες να προστατευθούν τα νευρικά κύτταρα από τη βλάβη που προκαλεί η ισχαιμία κατά τη διάρκεια ενός εγκεφαλικού επεισοδίου δεν είχαν οδηγήσει σε επιτυχημένη φαρμακευτική θεραπεία. Εκατοντάδες υποψήφια φάρμακα έχουν δοκιμαστεί, με τη συμμετοχή δεκάδων χιλιάδων ασθενών.
Το λομπεραμισάλ βασίζεται σε έναν διαφορετικό μηχανισμό νευροπροστασίας. Το φάρμακο αναστέλλει τη λειτουργία του PSD-95, μιας πρωτεΐνης της μετασυναπτικής πυκνότητας, και ειδικότερα τη σύνδεσή του με τη νευρωνική συνθάση του μονοξειδίου του αζώτου (nNOS).
Ο μηχανισμός αυτός θεωρείται ότι μπορεί να περιορίζει την εξιτοτοξικότητα, δηλαδή τη διαδικασία κατά την οποία η υπερβολική διέγερση των νευρώνων μετά το εγκεφαλικό συμβάλλει στην καταστροφή τους.
Παράλληλα, το λομπεραμισάλ φαίνεται να δρα και στους υποδοχείς α2-GABA-A, με στόχο να ενισχύσει τη νευροπροστατευτική του δράση και να ευνοήσει διαδικασίες νευροαποκατάστασης.
Στη μελέτη συμμετείχαν 997 ασθενείς σε 32 νοσοκομεία της Κίνας, με μέση ηλικία περίπου 64 έτη. Οι ασθενείς είχαν μέτριας βαρύτητας ισχαιμικό εγκεφαλικό, με διάμεση βαθμολογία 8 στη NIHSS, κλίμακα που χρησιμοποιείται για την αξιολόγηση της σοβαρότητας του εγκεφαλικού.
Η τυχαιοποίηση πραγματοποιήθηκε κατά διάμεσο όρο 25 ώρες μετά την έναρξη των συμπτωμάτων και οι ασθενείς έλαβαν είτε λομπεραμισάλ είτε εικονικό φάρμακο. Η θεραπεία χορηγήθηκε ενδοφλέβια για δέκα συνεχόμενες ημέρες.
Το βασικό καταληκτικό σημείο ήταν η επίτευξη βαθμολογίας 0–1 στην τροποποιημένη κλίμακα Rankin (mRS) 90 ημέρες μετά το εγκεφαλικό. Η βαθμολογία 0 σημαίνει απουσία συμπτωμάτων, ενώ η βαθμολογία 1 αντιστοιχεί σε ελάχιστη λειτουργική αναπηρία.
Το αποτέλεσμα ήταν εντυπωσιακό: 350 από τους 502 ασθενείς (69,7%) που έλαβαν λομπεραμισάλ πέτυχαν mRS 0–1, έναντι 279 από τους 495 (56,3%) στην ομάδα του placebo.
Η σχετική πιθανότητα ευνοϊκής έκβασης ήταν 1,24, με 95% διάστημα εμπιστοσύνης 1,12–1,36. Η απόλυτη διαφορά μεταξύ των δύο ομάδων ήταν 13,28 ποσοστιαίες μονάδες.
Παρά τα εντυπωσιακά αποτελέσματα, οι ειδικοί επισημαίνουν ότι υπάρχουν σημαντικά ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία και τη δυνατότητα γενίκευσής τους.
Ο Jeffrey Saver, από την Ιατρική Σχολή David Geffen στο Λος Άντζελες, σημειώνει σε συνοδευτικό editorial του JAMA ότι η συγκεκριμένη μελέτη αφορούσε ασθενείς στους οποίους δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί ενδαγγειακή θρομβεκτομή, δηλαδή μία από τις αποτελεσματικότερες διαθέσιμες θεραπείες για συγκεκριμένους τύπους ισχαιμικού εγκεφαλικού.
Επιπλέον, μόλις το 17% των ασθενών είχε λάβει ενδοφλέβια θρομβόλυση, καθώς για τους περισσότερους είχε ήδη παρέλθει το χρονικό παράθυρο κατά την άφιξή τους στο νοσοκομείο.
Σύμφωνα με τον Saver, αυτή η ιδιαίτερη επιλογή ασθενών μπορεί να συνέβαλε στο να αναδειχθεί περισσότερο μια πιθανή νευροπροστατευτική δράση του φαρμάκου.
Το μέγεθος της επίδρασης είναι επίσης αξιοσημείωτο, καθώς προσεγγίζει εκείνο που έχει παρατηρηθεί με την έγκαιρη ενδοφλέβια θρομβόλυση — κάτι που θεωρείται ασυνήθιστα σημαντικό για ένα φάρμακο νευροπροστασίας.
Η επιφυλακτικότητα ενισχύεται από την ιστορία των προηγούμενων προσπαθειών.
Ο πρώτος αναστολέας του PSD-95, το νερινέτιντ (nerinetide), δεν πέτυχε τους κύριους στόχους του σε τρεις μεγάλες μελέτες φάσης 3: ESCAPE-NA1, ESCAPE-NEXT και FRONTIER.
Μια μεταγενέστερη μετα-ανάλυση, ωστόσο, έδειξε ότι ενδεχομένως υπάρχει ένα ειδικό θεραπευτικό παράθυρο όταν το φάρμακο χορηγείται νωρίς μετά τη θρομβόλυση. Τα δεδομένα αυτά προέρχονται από post-hoc ανάλυση και επομένως δεν αποτελούν από μόνα τους οριστική απόδειξη αποτελεσματικότητας.
Όσον αφορά την ασφάλεια, τα αποτελέσματα της LAIS ήταν καθησυχαστικά. Ανεπιθύμητες ενέργειες καταγράφηκαν στο 87,8% των ασθενών που έλαβαν λομπεραμισάλ, έναντι 88,7% στην ομάδα placebo.
Οι σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν 8,6% έναντι 10,7%, ενώ οι θάνατοι 1,2% έναντι 2,0%, αντίστοιχα.
Δεν διαπιστώθηκε, επομένως, αύξηση των σημαντικών επιπλοκών στην ομάδα του φαρμάκου.
Η μελέτη έχει προκαλέσει ιδιαίτερο ενδιαφέρον επειδή έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η φαρμακευτική νευροπροστασία μετά από εγκεφαλικό έχει αντιμετωπίσει αλλεπάλληλες αποτυχίες.
Ο Γερμανός νευρολόγος Peter Schellinger, διευθυντής της Νευρολογικής και Νευρογηριατρικής Κλινικής στο Johannes Wesling Klinikum Minden, υπογραμμίζει ότι τα αποτελέσματα προέρχονται από έναν πληθυσμό που διαφέρει, μεταξύ άλλων ως προς τα δημογραφικά χαρακτηριστικά και το σύστημα υγειονομικής περίθαλψης, από τους πληθυσμούς στους οποίους έχουν πραγματοποιηθεί προηγούμενες δυτικές μελέτες.
Για τον λόγο αυτό, θεωρεί απαραίτητη μια μελέτη επιβεβαίωσης σε Ευρώπη, ΗΠΑ και Καναδά πριν τα αποτελέσματα οδηγήσουν σε αλλαγές των θεραπευτικών οδηγιών.
Ο Jeffrey Saver επισημαίνει επίσης ότι η πρόσφατη εμφάνιση αρκετών θετικών μελετών σε φάρμακα που στοχεύουν τη νευροπροστασία και τη νευροαποκατάσταση αποτελεί μια ασυνήθιστη εξέλιξη.
Το επόμενο κρίσιμο βήμα, επομένως, δεν είναι απλώς η αναπαραγωγή της στατιστικής ανάλυσης της LAIS, αλλά η ανεξάρτητη επιβεβαίωση του αποτελέσματος σε διαφορετικούς πληθυσμούς και συστήματα υγείας.
Εάν η εντυπωσιακή διαφορά των περίπου 13 ποσοστιαίων μονάδων επιβεβαιωθεί σε τέτοιες μελέτες, το λομπεραμισάλ θα μπορούσε να αποτελέσει σημαντική εξέλιξη στην προσπάθεια φαρμακευτικής προστασίας του εγκεφάλου μετά από ισχαιμικό εγκεφαλικό.
Προσθέστε το iatronet.gr στο DiscoverΕιδήσεις υγείας σήμερα
Ποιες τροφές είναι πλούσιες σε μαγνήσιο
Η σημασία της υποστήριξης και της σωστής ενημέρωσης στην πορεία προς τη γονεϊκότητα
Ενδοφλέβιος σίδηρος βελτιώνει την ανάρρωση μετά από χειρουργείο καρδιάς