Καθημερινά, εκατομμύρια άνθρωποι χρησιμοποιούν χάρτινα ποτήρια μιας χρήσης για τον καφέ και άλλα ροφήματα. Το πρώτο χάρτινο ποτήρι μιας χρήσης εφευρέθηκε το 1907 στις ΗΠΑ από τον Lawrence Luellen και έγινε παγκοσμίως γνωστό ως Dixie Cup. Δημιουργήθηκε με στόχο την προστασία της δημόσιας υγείας, αντικαθιστώντας τα κοινόχρηστα μεταλλικά κύπελλα στις δημόσιες βρύσες για να σταματήσει η εξάπλωση των μικροβίων, ενώ η χρήση του εκτοξεύτηκε κατά την πανδημία της ισπανικής γρίπης το 1918.

Σήμερα, τα χάρτινα ποτήρια θεωρούνται μια πιο φιλική προς το περιβάλλον εναλλακτική σε σχέση με τα πλαστικά, ενώ η χρήση τους έχει συνδεθεί με την αντίληψη ότι αποτελούν μια ασφαλέστερη επιλογή. Είναι, όμως, πράγματι τόσο απλά τα πράγματα; 

Το κρυμμένο πλαστικό στα χάρτινα ποτήρια 

Τα χάρτινα ποτήρια μιας χρήσης κατασκευάζονται από χαρτί ή χαρτόνι, το οποίο συνήθως διαθέτει εσωτερική πολυμερική επίστρωση. Η επίστρωση αυτή είναι απαραίτητη, καθώς εμποδίζει την απορρόφηση των υγρών από το χαρτί και περιορίζει τις διαρροές. Συνηθέστερο υλικό είναι το πολυαιθυλένιο (PE), κυρίως χαμηλής πυκνότητας (LDPE), ενώ σε ορισμένα προϊόντα χρησιμοποιείται πολυγαλακτικό οξύ (PLA), ένα πολυμερές που παράγεται από ανανεώσιμες πρώτες ύλες.

Επομένως, παρά την ονομασία τους, τα χάρτινα ποτήρια δεν αποτελούνται αποκλειστικά από χαρτί. Η πλαστική εσωτερική επιφάνεια βρίσκεται σε άμεση επαφή με το περιεχόμενο και ενδέχεται, υπό ορισμένες συνθήκες, να απελευθερώνει σωματίδια ή άλλες ουσίες. Η θερμοκρασία του ροφήματος, ο χρόνος επαφής, η ανάδευση και τα χαρακτηριστικά της επίστρωσης αποτελούν παράγοντες που μπορεί να επηρεάσουν αυτή τη διαδικασία.

Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία εάν ληφθεί υπόψη η ευρύτερη περιβαλλοντική επιβάρυνση από τα πλαστικά. Σύμφωνα με τον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), το 2019 παρήχθησαν παγκοσμίως 353 εκατομμύρια τόνοι πλαστικών αποβλήτων, από τα οποία ανακυκλώθηκε τελικά μόλις το 9% [1].

Μικροπλαστικά και νανοπλαστικά

Τα μικροπλαστικά (<5 mm) και τα ακόμη μικρότερα νανοπλαστικά (<1 μm) προκαλούν ανησυχία για την υγεία λόγω της πιθανότητας να προκαλούν οξειδωτικό στρες και φλεγμονές, αν και οι μακροχρόνιες επιπτώσεις τους ερευνώνται ακόμη. 

Δύο πρόσφατες μελέτες αναδεικνύουν την πολυπλοκότητα του ζητήματος στα χάρτινα ποτήρια: 

  • Η μελέτη των Son κ.ά. (2024): Έδειξε ότι τα ποτήρια με επίστρωση LDPE απελευθέρωσαν έως και 26 φορές περισσότερα νανοπλαστικά σε σχέση με τα ποτήρια PLA, με την απελευθέρωση να αυξάνεται σε θερμοκρασίες άνω των 80°C και υπό ανάδευση. 
  • Η μελέτη των Shi κ.ά. (2026): Ανέτρεψε τα παραπάνω, καθώς τα ποτήρια PLA εμφάνισαν 12 φορές μεγαλύτερη συνολική μάζα νανοπλαστικών (σε μεγέθη 60–130 nm και 200–300 nm) σε σύγκριση με το πολυαιθυλένιο, το οποίο δεν ανιχνεύθηκε με τις συγκεκριμένες μεθόδους. 

Η φαινομενική αυτή αντίθεση δεν αποδεικνύει ότι το ένα υλικό είναι πάντα ασφαλέστερο. Αντίθετα, δείχνει ότι η απελευθέρωση εξαρτάται άμεσα από την ποιότητα της επίστρωσης, τις συνθήκες χρήσης και τις μεθόδους ανίχνευσης, ενώ ο αριθμός των σωματιδίων δεν είναι άμεσα συγκρίσιμος με τη συνολική μάζα τους.

Η χημική μετανάστευση

Εκτός από τα πλαστικά σωματίδια, ανησυχία προκαλεί και η χημική μετανάστευση ουσιών από το ποτήρι στο ρόφημα:

  • Η μελέτη των Aktas Sukuroglu κ.ά. (2026): Εξετάζοντας χάρτινα ποτήρια με επίστρωση HDPE, διαπίστωσε δομικές αλλοιώσεις μετά από 15 λεπτά επαφής με ζεστά ροφήματα, καθώς και μετανάστευση μικροπλαστικών και χημικών στοιχείων, όπως ψευδάργυρος (394,54 ppb), αλουμίνιο (58,05 ppb), αμμώνιο (1,07 ppm) και χλωριούχα ιόντα (17,49 ppm).
  • Η μελέτη των Mohery κ.ά. (2025): Αξιολόγησε την έκλυση 12 στοιχείων με τη μέθοδο ICP-MS. Αν και τα πλαστικά ποτήρια εμφάνισαν μεγαλύτερη έκλυση ορισμένων στοιχείων, η εκτίμηση κινδύνου έδειξε πιθανή ανησυχία από τον μόλυβδο σε συγκεκριμένα σενάρια έκθεσης, κυρίως για παιδιά.

Ωστόσο, η ανίχνευση μιας ουσίας δεν ισοδυναμεί αυτόματα με βλάβη στην υγεία. Για μια σωστή αξιολόγηση κινδύνου πρέπει πάντα να συνυπολογίζονται η συγκέντρωση, η συχνότητα, η διάρκεια της έκθεσης και τα τοξικολογικά όρια κάθε ουσίας.

Η συμμόρφωση με τα όρια ασφαλείας αρκεί;

Ένα ακόμη σημαντικό ερώτημα αφορά το κατά πόσο οι καθιερωμένοι έλεγχοι ασφάλειας των υλικών που έρχονται σε επαφή με τρόφιμα καλύπτουν όλες τις πιθανές μορφές έκθεσης.

Οι Al-Balushi και συνεργάτες εξέτασαν το 2026 δεκατρείς εμπορικές μάρκες χάρτινων ποτηριών από την αγορά του Ομάν. Όλα τα προϊόντα συμμορφώνονταν με το ευρωπαϊκό όριο συνολικής μετανάστευσης των 10 mg/dm², υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες δοκιμής. Ωστόσο, εντοπίστηκαν ύποπτα πολυμερικά σωματίδια σε όλα τα προϊόντα, χωρίς να διαπιστωθεί συσχέτιση μεταξύ της συνολικής χημικής μετανάστευσης και της παρουσίας των σωματιδίων [7].

Το εύρημα αναδεικνύει μια ουσιαστική διάκριση: η συμμόρφωση με τα όρια συνολικής χημικής μετανάστευσης δεν σημαίνει απαραίτητα ότι δεν απελευθερώνονται σωματίδια. Οι δύο παράμετροι απαιτούν συμπληρωματικές μεθόδους αξιολόγησης.

Τι γνωρίζουμε πραγματικά για την έκθεση και την υγεία;

Παρά την αύξηση των επιστημονικών δημοσιεύσεων, η αξιοπιστία των διαθέσιμων δεδομένων εξακολουθεί να αποτελεί σημαντική πρόκληση. Η συστηματική χαρτογράφηση της βιβλιογραφίας από τους Zimmermann και συνεργάτες, που δημοσιεύθηκε το 2025 στο npj Science of Food, εξέτασε 103 μελέτες σχετικά με την απελευθέρωση μικροπλαστικών και νανοπλαστικών από υλικά που έρχονται σε επαφή με τρόφιμα. Μόνο επτά από αυτές αξιολογήθηκαν ως υψηλής αξιοπιστίας [8].

Οι ερευνητές επισήμαναν προβλήματα στην ταυτοποίηση των πολυμερών, στην επικύρωση των αναλυτικών μεθόδων και στον έλεγχο πιθανής επιμόλυνσης των δειγμάτων. Αυτό σημαίνει ότι δεν αρκεί απλώς να ανιχνεύεται ένα σωματίδιο. Πρέπει να τεκμηριώνεται με αξιόπιστες αναλυτικές μεθόδους η σύστασή του και η προέλευσή του.

Επιπλέον, η παρουσία μικροπλαστικών ή νανοπλαστικών σε ένα ρόφημα δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι απορροφώνται σε κλινικά σημαντικό βαθμό ή ότι προκαλούν συγκεκριμένη νόσο. Απαιτούνται περισσότερα δεδομένα για την πραγματική έκθεση των ανθρώπων και τις πιθανές μακροχρόνιες επιπτώσεις της.

Τι μπορεί να κάνει ο καταναλωτής;

Μέχρι να υπάρξουν ισχυρότερα επιστημονικά δεδομένα για τις επιπτώσεις στην υγεία, η πιο λογική προσέγγιση είναι ο περιορισμός της περιττής χρήσης προϊόντων μιας χρήσης. Η επιλογή επαναχρησιμοποιούμενων ποτηριών (κατάλληλων για τρόφιμα) μπορεί να συμβάλει σημαντικά στη μείωση των απορριμμάτων και της έκθεσης σε μικροπλαστικά, αρκεί να τα καθαρίζουμε και να τα συντηρούμε σωστά. 

Παράλληλα, οι όροι "χάρτινο", "βιοπλαστικό" και "βιοδιασπώμενο" δεν πρέπει να εκλαμβάνονται αυτομάτως ως εγγύηση περιβαλλοντικής ή υγειονομικής υπεροχής. Το PLA, για παράδειγμα, μπορεί να αποδομηθεί μόνο υπό συγκεκριμένες συνθήκες βιομηχανικής κομποστοποίησης, οι οποίες δεν υπάρχουν στο φυσικό περιβάλλον. Η αξιολόγηση ενός προϊόντος πρέπει να λαμβάνει υπόψη τόσο τη σύστασή του όσο και τον συνολικό κύκλο ζωής του. Η ανάγκη για διαφανή και τεκμηριωμένη περιβαλλοντική πληροφόρηση είναι επίσης σημαντική, καθώς γενικοί ισχυρισμοί περί οικολογικής υπεροχής μπορεί να οδηγήσουν σε παραπλάνηση των καταναλωτών, φαινόμενο γνωστό ως greenwashing [9].

Συμπεράσματα

Τα χάρτινα ποτήρια μιας χρήσης αποτελούν ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο η εικόνα ενός προϊόντος δεν αποκαλύπτει πάντα την πραγματική του σύσταση. Η εσωτερική πλαστική επίστρωση, αν και απαραίτητη για τη στεγανότητά τους, μπορεί υπό συγκεκριμένες συνθήκες να αποτελέσει πηγή απελευθέρωσης μικροπλαστικών, νανοπλαστικών και άλλων ουσιών.

Οι νεότερες μελέτες αναδεικνύουν την ανάγκη για πληρέστερη αξιολόγηση των υλικών που έρχονται σε επαφή με τρόφιμα. Ωστόσο, τα σημερινά δεδομένα δεν επιτρέπουν την εξαγωγή οριστικών συμπερασμάτων για κίνδυνο στην ανθρώπινη υγεία ούτε δικαιολογούν την άκριτη απόρριψη ενός συγκεκριμένου υλικού.

Το ζητούμενο δεν είναι να δημιουργηθεί ανησυχία στους καταναλωτές, αλλά να υπάρχει σωστή ενημέρωση, αξιόπιστος έλεγχος των προϊόντων και περαιτέρω επιστημονική διερεύνηση. Η επιλογή ενός προϊόντος δεν πρέπει να βασίζεται μόνο στην ονομασία ή στην περιβαλλοντική του προβολή, αλλά στα πραγματικά χαρακτηριστικά, στην ασφάλεια και στον συνολικό περιβαλλοντικό του αντίκτυπο.

Βιβλιογραφία:

[1] OECD. Global Plastics Outlook: Economic Drivers, Environmental Impacts and Policy Options. Paris: OECD Publishing; 2022. https://doi.org/10.1787/de747aef-en

[2] Hartmann NB, Hüffer T, Thompson RC, et al. Are We Speaking the Same Language? Recommendations for a Definition and Categorization Framework for Plastic Debris. Environmental Science & Technology. 2019;53(3):1039–1047 https://doi.org/10.1021/acs.est.8b05297

[3] Son JW, Nam Y, Kim C. Nanoplastics from disposable paper cups and microwavable food containers. Journal of Hazardous Materials. 2024;464:133014. https://doi.org/10.1016/j.jhazmat.2023.133014

[4] Shi K, Okoffo ED, Rauert C, Thomas KV. Release of Nanoplastic and Microplastic from Polyethylene and Polylactic Acid Lined Single Use Paper Cups. ACS Food Science & Technology. 2026;6(9):2988–2998. https://doi.org/10.1021/acsfoodscitech.6c00541

[5] Aktas Sukuroglu A, Kocadal K, Ozdemir AA, Battal D. Monitoring of microplastics, ions and heavy metals in disposable paper cups from Turkiye marketplaces. Food and Chemical Toxicology. 2026;207:115797. https://doi.org/10.1016/j.fct.2025.115797

[6] Mohery M, Hamam KA, Landsberger S, Hakeem IJ, Soliman M. Leaching of Potentially Toxic Elements from Paper and Plastic Cups in Hot Water and Their Health Risk Assessment. Toxics. 2025;13(8):626. https://doi.org/10.3390/toxics13080626

[7] Al-Balushi MA, Al Rawahi MM, Al Shaqsi SM, Myint MTZ, Al Mahrouqi IS, Al Masroori HS. Comparative assessment of overall migration and suspected polymeric particle release in single-use paper cups. Food and Bioproducts Processing. 2026;159:431–444. https://doi.org/10.1016/j.fbp.2026.07.009

[8] Zimmermann L, Geueke B, Parkinson LV, Schür C, Wagner M, Muncke J. Food contact articles as source of micro- and nanoplastics: a systematic evidence map. npj Science of Food. 2025;9:111. https://doi.org/10.1038/s41538-025-00470-3

[9] Nugraha WS, Szakos D, Süth M, Kasza G. Greenwashing in the food industry: a systematic review exploring the current situation and possible countermeasures. Cleaner and Responsible Consumption. 2024;15:100227. https://doi.org/10.1016/j.clrc.2024.100227

Ειδήσεις υγείας σήμερα
Ιστορική πρεμιέρα της ποδοσφαιρικής ομάδας του ΙΣΑ Athens Doctors FC στο Πρωτάθλημα Τύπου
Δήμος Αθηναίων: Ξεκίνησε η λειτουργία του Ιατρείου Διαταραχών Πρόσληψης Τροφής
ΕΛΛΟΚ: Ο πόνος ενός παιδιού δεν είναι εμπόρευμα