Οι επιστήμονες αρχίζουν και κατανοούν τον τρόπο που μπορεί να επηρεαστεί η ερωτική επιθυμία από ορισμένους νευροδιαβιβαστές, κυρίως παρατηρώντας τις αντιδράσεις των ανθρώπων σε φάρμακα που στοχεύουν στην αντιμετώπιση άλλων παθήσεων.

Το περισσότερο εμφανές παράδειγμα είναι αυτό που συμβαίνει σε πολλούς ασθενείς που λαμβάνουν επιλεκτικούς αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης, μια κατηγορία αντικαταθλιπτικών. Η σεξουαλική επιθυμία εξαφανίζεται. Τα συγκεκριμένα σκευάσματα αυξάνουν τα επίπεδα της σεροτονίνης, που βοηθά στον έλεγχο της διάθεσης, αλλά τα φάρμακα αυτά είναι διάσημα για τη συμβολή τους στη μείωση της επιθυμίας.

Υπάρχουν φάρμακα, όπως για το σύνδρομο αεικίνητων ποδιών και για τη νόσο του Πάρκινσον, που επηρεάζουν τα επίπεδα της ντοπαμίνης και συχνά έχουν την παρενέργεια της δημιουργίας υπερβολικής ερωτικής επιθυμίας.

Οι φαρμακευτικές αντιδράσεις χρησιμεύουν για να μας δείξουν ότι η σεξουαλική επιθυμία είναι τουλάχιστον σε ένα βαθμό λειτουργία της χημείας του οργανισμού. Ωστόσο, τα συναισθήματα παίζουν σημαντικό ρόλο επίσης. Το γνωρίζουμε ενστικτωδώς αλλά τώρα αρχίζουν να το εξηγούν και οι επιστήμονες.

Μια θεωρία είναι ότι το σεξ αποτελεί αντανακλαστικό-αυτόματο εκτός και αν μπορέσουν να το ξεπεράσουν τα συναισθήματα. Η κλασική εξέταση αντανακλαστικών είναι αυτή στην οποία ο γιατρός χτυπά τον τένοντα στο γόνατο και ο τένοντας συστέλλεται μόνος του. Ας υποθέσουμε, δηλώνει ο Irwin Goldstein, εκδότης του περιοδικού "The Journal of Sexual Medicine" ότι ο γιατρός προσπαθεί να κάνει αυτή την εξέταση και έξω γίνεται ληστεία με πυροβολισμούς. Ο εγκέφαλος θα αψηφήσει το αντανακλαστικό και το πόδι θα μείνει ακίνητο.

Ο Dr. Goldstein φέρνει ως παράδειγμα το αντανακλαστικό του σεξ. Σκεφτείτε ότι χορεύετε πολύ κοντά με κάποιον. Αισθάνεστε επιθυμία. Αλλά μόνο αν... αν δεν ανησυχείτε για την ασφάλεια, αν είναι καλή ημέρα και πολλά άλλα 'αν'. Και αν όχι; Ο εγκέφαλος μπορεί να καταστείλει την ανταπόκριση και δεν θα ενδιαφερθείτε για τη συνέχεια.