Η βαριατρική εγχείρηση μπορεί ενδεχομένως να βοηθήσει στη βελτίωση της ακράτειας ούρων μακροπρόθεσμα, αναφέρει νέα έρευνα.

Η παχυσαρκία είναι παράγοντας κινδύνου για την ακράτεια ούρων. Η εγχείρηση για απώλεια βάρους βοηθά τους παχύσαρκους να χάσουν κιλά. Με τη σειρά της, η απώλεια κιλών φαίνεται να βοηθά στην πρόληψη της απώλειας του ελέγχου της κύστης, ανακάλυψε η έρευνα του University of California, στο Σαν Φρανσίσκο.

Η έρευνα εστίασε στα οφέλη, 3 χρόνια μετά την εγχείρηση απώλειας βάρους.

Η καθηγήτρια Dr. Leslee Subak, δήλωσε ότι τα ευρήματα που δείχνουν ακόμα ένα σημαντικό μακροπρόθεσμο όφελος της βαριατρικής χειρουργικής θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην παρακίνηση ανθρώπων που είναι πολύ παχύσαρκοι.

Η Subak δήλωσε ότι προηγούμενες έρευνες-διατροφή χαμηλή σε θερμίδες, μείωση του βάρους με τη συμπεριφοριστική μέθοδο και βαριατρική εγχείρηση- έδειξαν ότι η απώλεια βάρους με πολλές μεθόδους συνδεόταν με βελτίωση της ακράτειας σε υπέρβαρους ανθρώπους τον πρώτο χρόνο.

Ωστόσο, πριν από αυτές δεν υπήρξαν ενδείξεις για τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις, σημείωσε.
Για τις ανάγκες της έρευνας επιλέχτηκαν 2.000 άνθρωποι, μεταξύ 18 και 78 ετών. Όλοι υποβλήθηκαν σε χειρουργική επέμβαση για απώλεια βάρους μεταξύ 2005 και 2009.

Η πλειοψηφία των συμμετεχόντων ήταν γυναίκες (ποσοστό 79%).

Περίπου μισές από τις γυναίκες και περισσσότερο από το ένα πέμπτο των αντρών παραδέχτηκαν ότι είχαν ένα επεισόδιο ακράτειας τουλάχιστον μια φορά την εβδομάδα πριν υποβληθούν στην εγχείρηση.

Σημαντική απώλεια βάρους - 29% του σωματικού βάρους για τις γυναίκες και 26% για τους άντρες -οδήγησε σε σημαντική βελτίωση στον έλεγχο της κύστης στους περισσότερους συμμετέχοντες, τρια χρόνια μετά την εγχείρηση απώλειας βάρους.

Όσο μεγαλύτερη ήταν η απώλεια βάρους τόσο περισσότερες ήταν οι πιθανότητες βελτίωσης της ακράτειας, ανακάλυψε η έρευνα.
Οι ερευνητές σημείωσαν ότι ασθενείς μεγαλύτερης ηλικίας ή όσοι είχαν σοβαρά προβλήματα βάδισης είχαν μικρότερη πρόοδο. Επίσης, με κάθε αύξηση του βάρους κατά 5 κιλά ο κίνδυνος υποτροπής αυξανόταν.

Τα ευρήματα δημοσιεύτηκαν πρόσφατα στη διαδικτυακή έκδοση του περιοδικού ‘’JAMA Internal Medicine.’’

 

Πηγές: ‘’JAMA Internal Medicine.’’