Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, κάθε δολάριο που ξοδεύεται στην αντιμετώπιση του άγχους και της κατάθλιψης οδηγεί σε τετραπλάσιο κέρδος όσον αφορά την καλύτερη υγεία και την ικανότητα προς εργασία- κάτι που είναι ωφέλιμο για την οικονομική ανάπτυξη των χωρών.

Οι παραπάνω διαταραχές κοστίζουν στην παγκόσμια οικονομία 1 τρισεκατομμύριο δολάρια το χρόνο, σύμφωνα με έρευνα του ΠΟΥ, που παρέχει ισχυρό επιχείρημα για μεγαλύτερη επένδυση σε υπηρεσίες ψυχικής υγείας σε χώρες όλων των εισοδημάτων.
Η γενική διευθύντρια του ΠΟΥ, Dr. Margaret Chan, δήλωσε πως γνωρίζουμε ότι η αγωγή για την κατάθλιψη και το άγχος έχει νόημα για την υγεία και την ευεξία. Η νέα έρευνα επιβεβαιώνει αυτό που φαίνεται λογικό και κάτω από οικονομικό πρίσμα. Πρέπει να βρούμε, πρόσθεσε, τρόπους να εξασφαλίσουμε ότι η πρόσβαση σε υπηρεσίες ψυχικής υγείας θα γίνουν πραγματικότητα για άντρες, γυναίκες και παιδιά, όπου ζουν.

Οι συνήθεις ψυχικές διαταραχές αυξάνονται παγκοσμίως. Μεταξύ 1990 και 2013 ο αριθμός των ανθρώπων που υπέφεραν από κατάθλιψη και ή άγχος αυξήθηκε σχεδόν κατά 50%- από 416 εκατομμύρια σε 615 εκατομμύρια. Σχεδόν το 10% του παγκόσμιου πληθυσμού επηρεάζεται και οι ψυχικές διαταραχές αφορούν το 30% του παγκόσμιου βάρους μη μοιραίων νόσων.

Ωστόσο, ανθρωπιστικές κρίσεις και συνεχιζόμενες δύσκολες καταστάσεις ενισχύουν την ανάγκη αύξησης των επιλογών αγωγής. Ο ΠΟΥ υπολογίζει ότι κατά τη διάρκεια καταστάσεων ανάγκης, περίπου 1 στους 5 ανθρώπους επηρεάζεται από κατάθλιψη και άγχος.
Η νέα έρευνα υπολόγισε το κόστος αντιμετώπισης και το αποτέλεσμα στην υγεία σε 36 μεσαίου και υψηλού εισοδήματος χώρες, για 15 χρόνια- από το 2016 έως το 2030.

Το κόστος της αγωγής υπολογίστηκε σε 147 δισ. δολάρια. Ωστόσο, το κέρδος ξεπερνά το κόστος.
Η αξία της κατά 5% βελτίωσης της συμμετοχής και παραγωγικότητας του εργατικού δυναμικού ισοδυναμεί με 399 δισεκατομμύρια δολάρια και η βελτίωση στην υγεία προσθέτει άλλα 310 δις.

Ωστόσο, η τρέχουσα επένδυση σε υπηρεσίες ψυχικής υγείας είναι πολύ χαμηλότερη από αυτή που χρειάζεται.
Η έρευνα δημοσιεύτηκε στο περιοδικό The Lancet Psychiatry.

Πηγές: The Lancet Psychiatry.