Επτά χιλιάδες θάνατοι από καρκίνο του πνεύμονα καταγράφονται ετησίως στην Ελλάδα, αποτελώντας την πρώτη αιτία θανάτου από καρκίνο στους άνδρες. Ιδιαίτερα ανησυχητικά είναι τα στοιχεία και για τις γυναίκες, καθώς ο καρκίνος του πνεύμονα σύντομα θα καταστεί επίσης πρώτη αιτία θανάτου, ξεπερνώντας και τον καρκίνο του μαστού. Η αναλογία ανδρών-γυναικών που προσέρχονται με καρκίνο του πνεύμονα στο Θεαγένειο Αντικαρκινικό Νοσοκομείο έχει εξισωθεί. Οι γυναίκες είναι πιο ευάλωτες από τους άνδρες με την ίδια καπνιστική συνήθεια.

Η σταθερά ανοδική πορεία του καρκίνου του πνεύμονα στην Ελλάδα, συμπορεύεται με τα υψηλά ποσοστά καπνιστών, καθιστώντας τη νόσο μείζον πρόβλημα δημόσιας υγείας με ενδημικές διαστάσεις. Το 15% περίπου των καπνιστών πρόκειται να αναπτύξουν καρκίνο του πνεύμονα. Το ποσοστό καπνιστών για τους άνδρες είναι 45%, ενώ για τις γυναίκες 35%. Τα δεδομένα για τη χώρα μας είναι ιδιαίτερα ανησυχητικά, αφού η Ελλάδα είναι η δεύτερη χώρα σε κατανάλωση καπνού στην Ευρωπαϊκή Ένωση μετά την Πολωνία και η χώρα με τη μεγαλύτερη επίπτωση καρκίνου του πνεύμονα σε ηλικίες κάτω των 45 ετών. Κατά συνέπεια, όλοι οι καπνιστές πρέπει να κάνουν περιοδικό έλεγχο με ακτινογραφία θώρακα μετά τα 40 έτη, ενώ οι νομισματοειδείς σκιάσεις των πνευμόνων θα πρέπει να υπόκεινται σε πιο επιθετική διερεύνηση. Η εγκατάσταση και λειτουργία του PET Scan στο Θεαγένειο Νοσοκομείο έχει συντελέσει στη σωστή αξιολόγηση των περιπτώσεων αυτών.

Ο Χειρουργός Θώρακος Δρ. Νικόλαος Μπαρμπετάκης, Υπεύθυνος της Θωρακοχειρουργικής Κλινικής του Θεαγενείου Αντικαρκινικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης επισημαίνει ότι "η πενταετής επιβίωση ασθενών με καρκίνο του πνεύμονα δεν υπερβαίνει το 10%. Από τους ασθενείς που θα υποβληθούν σε ριζική εκτομή, μόνο το 30% θα επιζήσουν μέχρι την πενταετία χωρίς εμφάνιση υποτροπής της νόσου. Οι ασθενείς που θα επιζήσουν επί μακρόν μετά την πρώτη θεραπευτική εκτομή έχουν σημαντική πιθανότητα (15%) ανάπτυξης και δεύτερου πρωτοπαθούς νεοπλάσματος, γεγονός που επιβάλλει τη συστηματική παρακολούθησή τους για πολλά χρόνια. Δυστυχώς την τελευταία κυρίως τριετία της οικονομικής κρίσης έχει αυξηθεί το ποσοστό των ασθενών που προσέρχονται σε προχωρημένο στάδιο με αποτέλεσμα οι θεραπευτικές επιλογές να είναι περιορισμένες. Επιπλέον, αν συνυπολογίσουμε το κόστος της ιατρικής και νοσηλευτικής φροντίδας καθώς και την απώλεια παραγωγικότητας, το κάπνισμα ήδη στοιχίζει αρκετά στην Ελλάδα της κρίσης και θα στοιχίσει στα επόμενα 50 έτη ένα εξαιρετικά μεγάλο ποσό. Μία μείωση του ποσοστού των καπνιστών στον Ευρωπαϊκό μέσο όρο (25%) θα ισοδυναμούσε με σημαντική εξοικονόμηση πόρων σε ένα σαφώς υποχρηματοδοτούμενο Σύστημα Υγείας".

Μάλιστα, όπως επισημαίνει η Διευθύντρια Ιατρικής Υπηρεσίας του Νοσοκομείου κ. Κατερίνα Αντύπα "η προσέλευση των περιστατικών είναι ιδιαίτερα αυξημένη τα τελευταία τέσσερα έτ , λόγω της επιδημικής εμφάνισης του καρκίνου αλλά και της οικονομικής ύφεσης. Εκτιμάται ότι στη Θωρακοχειρουργική Ογκολογική Κλινική του Νοσοκομείου «Θεαγένειο» τα περιστατικά έχουν αυξηθεί κατά 30%. Με δεδομένα, τη συσχέτιση του καρκίνου του πνεύμονα με το κάπνισμα και τα χαμηλά ποσοστά συνολικής πενταετούς επιβίωσης, η καλύτερη πολιτική ενάντια στη νόσο είναι η πρόληψη με ενίσχυση της αντικαπνιστικής εκστρατείας. Με την ευκαιρία της επετείου 40 ετών (1976-2016) λειτουργίας της Θωρακοχειρουργικής – Ογκολογικής Κλινικής του Νοσοκομείου μας, θα ήθελα να τονίσω πως το Θεαγένειο ως το εξειδικευμένο ογκολογικό κέντρο της Βόρειας Ελλάδος θα συνεχίσει να βρίσκεται στην αιχμή των εξελίξεων με γνώμονα πάντοτε το καλό των ασθενών ".

Στα πλαίσια του 2ου συνεδρίου Θωρακοχειρουργικής Ογκολογίας που διοργανώνει η Ελληνική Εταιρεία Έρευνας του Καρκίνου σε συνεργασία με τη Θωρακοχειρουργική Κλινική του Θεαγενείου Αντικαρκινικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης και που θα διεξαχθεί στη Θεσσαλονίκη στις 13 και 14 Μαίου 2016, θα συζητηθούν όλα τα νεώτερα δεδομένα και οι στρατηγικές διαχείρισης του καρκίνου του πνεύμονα. Έμφαση θα δοθεί στις ελάχιστα επεμβατικές χειρουργικές τεχνικές, στις στοχεύουσες ογκολογικές θεραπείες αλλά και στα νεώτερα δεδομένα στην ακτινοθεραπεία. Θέματα αιχμής θα αποτελέσουν επίσης, ζητήματα ιατρικής και νοσηλευτικής αμέλειας στη διαχείριση των ασθενών, όπως και η ιατρική εκπαίδευση και η φυγή νέων ιατρών στο εξωτερικό.