Στην πρώτη μακροχρόνια έρευνα για τον ιό SARS-COV-2 οι επιστήμονες ανέλυσαν την ανοσοποιητική απάντηση σε πάνω από 90 ασθενείς και εργαζόμενους στην υγεία στο Guy’s and St Thomas’ NHS foundation trust.

Το επίπεδο των αντισωμάτων που καταστρέφουν τον ιό SARS-COV-2 ήταν μέγιστο στις τρεις εβδομάδες από την έναρξη των συμπτωμάτων. Στη συνέχεια μειωνόταν σταδιακά.

Πιο αναλυτικά, εξετάσεις αίματος έδειξαν ότι το 60% των ατόμων είχαν ισχυρή ανοσοποιητική απάντηση στην κορύφωση της μάχης τους με τον ιό. Ωστόσο μόνο το 17% εξακολουθούσαν να την έχουν τρεις μήνες αργότερα. Στους υπόλοιπους υπήρχε μείωση των αντισωμάτων έως 23 φορές και σε μερικές περιπτώσεις έφτασαν σε μη ανιχνεύσιμο επίπεδο.

"Οι ασθενείς παράγουν ανοσολογική απάντηση στον ιό αλλά αυτή μειώνεται σε σύντομο χρόνο και εξαρτάται από το πόσο υψηλή ήταν στην κορύφωσή της. Αυτό καθορίζει πόσο καιρό θα είναι ανιχνεύσιμα τα αντισώματα", δήλωσε η Dr. Katie Doores, κύρια ερευνήτρια από το King’s College London.

Η έρευνα έχει σημασία για την ανάπτυξη εμβολίου και την ανίχνευση της ανοσίας αγέλης με το πέρασμα του χρόνου. Το ανοσοποιητικό έχει πολλούς τρόπους να εξουδετερώσει τον ιό SARS-COV-2 αλλά αν τα αντισώματα είναι η κύρια γραμμή άμυνας, τα νέα ευρήματα σημαίνουν ότι ο κόσμος μπορεί να ξαναμολύνεται σε εποχιακά κύματα και ότι τα εμβόλια δεν θα τον προστατεύουν για καιρό.

"Η λοίμωξη καθαυτή δημιουργεί την μεγαλύτερη ανοσολογική απάντηση και αν αυτή χάνεται σε δυο-τρεις μήνες, το εμβόλιο είναι πιθανό να κάνει το ίδιο" είπε η Doores. "Μπορεί να χρειάζεται επαναληπτική δόση γιατί η μία μπορεί να μην είναι αρκετή".

Τα πρώτα αποτελέσματα από πειράματα σε πρωτεύοντα θηλαστικά στο εμβόλιο που δημιουργεί το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης δείχνουν ότι παρότι φαίνεται να παρέχει προστασία από τη σοβαρή λοίμωξη στα θηλαστικά, αυτά μπορούν να μολυνθούν και να μεταδώσουν τον ιό.