Την επίπτωση της λειτουργίας των σχολείων στη μετάδοση του κορωνοϊού σε μαθητές και εκπαιδευτικούς, αξιολογούν σε πρόσφατη ανάλυσή τους ειδικοί του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Ειδικών Λοιμώξεων (ECDC).

Στο σχετικό τους κείμενο, επικαλούνται την εμπειρία που υπάρχει από τη λειτουργία σχολικών μονάδων σε ευρωπαϊκές χώρες και ζητούν συστηματική παρακολούθηση, με μαζικά τεστ στο σχολικό περιβάλλον.

Η μετάδοση του ιού - σημειώνουν - μπορεί να γίνει εντός των σχολικών μονάδων και έχουν αναφερθεί περιπτώσεις σε προσχολικές δομές και σχολεία δημοτικής και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.

Όταν ο ιός βρίσκεται σε υψηλά επίπεδα μετάδοσης στην κοινότητα, επηρεάζεται ανάλογα και ο επιπολασμός στο σχολείο.

Το εκπαιδευτικό προσωπικό και οι ενήλικοι στο σχολείο δεν διατρέχουν γενικά μεγαλύτερο κίνδυνο μόλυνσης από άλλα επαγγέλματα, αν και αυτό μπορεί να μην ισχύει σε εκπαιδευτικούς που έρχονται σε επαφή με μεγαλύτερα παιδιά.

Η ανίχνευση πολλαπλών κρουσμάτων σε ένα σχολείο, δεν σημαίνει αυτόματα πως η μετάδοση πραγματοποιήθηκε μέσα στο ίδιο το σχολικό περιβάλλον.

Από το άνοιγμα των σχολείων σε 12 ευρωπαϊκές χώρες, το περασμένο φθινόπωρο, προκύπτει πως οι περισσότερες συρροές κρουσμάτων παρατηρήθηκαν σε δομές δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (1.185 περιπτώσεις σε 12 χώρες) και ακολουθούν τα δημοτικά σχολεία (739 περιπτώσεις) και οι προσχολικές δομές (283 περιπτώσεις).

Αφορούσαν κυρίως λιγότερα από 10 κρούσματα, τα οποία - σε ορισμένες περιπτώσεις - έφταναν έως και τα 80. Οι υπεύθυνοι 11 από τις 12 χώρες που συμμετείχαν στη σχετική ανάλυση δήλωσαν πως τα κρούσματα αφορούσαν μαθητές και δασκάλους, με εξαίρεση τη Δανία, όπου αφορούσαν μόνο μαθητές.

Εκπαιδευτικοί

Σύμφωνα με τους ειδικούς του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ) εκπαιδευτικοί και εργαζόμενοι στις σχολικές μονάδες είναι πιθανό να έχουν μολυνθεί εκτός του χώρου εργασίας τους, από ό,τι στον χώρο του σχολείου. Ακόμη και σε περίπτωση μόλυνσης στο σχολείο, εκτιμάται ότι γίνεται από ενήλικο σε ενήλικο.

Δεδομένα από τον Οργανισμό Δημόσιας Υγείας της Σουηδίας για την περίοδο 15 Μαρτίου - 19 Οκτωβρίου, δείχνουν ότι εκπαιδευτικοί δημοτικής και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης δεν διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο μόλυνσης σε σχέση με άλλες επαγγελματικές ομάδες.

Δείχνουν, ωστόσο, αυξημένο κίνδυνο μετάδοσης μεταξύ των διευθυντών, σε όλα τα επίπεδα σχολικής εκπαίδευσης.

Τεστ

Σε σχέση με τα τεστ για τον κορωνοϊό στο σχολικό περιβάλλον, οι ειδικοί του ECDC συνιστούν να γίνονται σε μέγιστο βαθμό, με σκοπό τον έγκαιρο εντοπισμό ασυμπτωματικών φορέων του ιού και την ιχνηλάτηση των επαφών τους.

Τα γρήγορα τεστ (rapid tests) μπορούν να αξιοποιούνται και στις σχολικές δομές, προκειμένου να περιορίζονται οι χρόνοι έκδοσης των αποτελεσμάτων.

Αυτό επιτρέπει την άμεση απομόνωση νέων πιθανών κρουσμάτων και την έγκαιρη ανίχνευση των επαφών τους. Θα αποτρέψουν, επίσης, τη μετάδοση στο εκπαιδευτικό και λοιπό προσωπικό.

Επίπτωση

Οι ειδικοί του ECDC επισημαίνουν πως το κλείσιμο του σχολείου συνδέεται με σημαντική επίπτωση στη σωματική και ψυχική υγεία των μαθητών, καθώς και στην εκπαίδευσή τους.

Μπορεί, επίσης, να επιδεινώσει τις υπάρχουσες ανισότητες σε μια κοινωνία, έχοντας δυσανάλογες επιπτώσεις σε πιο ευάλωτα παιδιά, στους φροντιστές και στις οικογένειές τους.

Το μέτρο κλεισίματος των σχολείων προτείνεται ως έσχατη λύση για τον έλεγχο των ασθενειών και - ακόμη και όταν αποφασίζεται - θα πρέπει να είναι χρονικά περιορισμένο, με ιδιαότερη προσοχή στις επιπτώσεις στα παιδιά και ιδίως στα πιο ευάλωτα άτομα.

Δημ.Κ.