Το άνοιγμα της τουριστικής αγοράς εν μέσω της πανδημίας αποτελεί μια τριπλή πρόκληση, καθώς η χώρα καλείται:

  • Να διαφυλάξει τη φήμη που απέκτησε από τη διαχείριση της κρίσης με τον κορωνοϊό.
  • Να καλύψει τις ανάγκες διαχείρισης κρουσμάτων σε ξένους επισκέπτες και μόνιμους κατοίκους.
  • Να υποδεχθεί την περίοδο των ιώσεων με διαθέσιμες υγειονομικές υποδομές.

Το στοίχημα είναι μεγάλο, δεδομένου ότι το καλοκαίρι είναι «χαλαρή» περίοδος για όλους: για τους πολίτες, οι οποίοι αφήνουν σε δεύτερη μοίρα τα μέτρα προστασίας από τον ιό, και για τις υπηρεσίες του κράτους, οι οποίες συνήθως υπολειτουργούν.

Με άρθρο του στο «Health & Care 2020», ο Υπουργός Υγείας Βασίλης Κικίλιας εκφράζει την πίστη ότι μπορούμε να τα καταφέρουμε και στην επόμενη φάση. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, υπάρχουν σε επάρκεια σχέδιο, πρόληψη και ανθρώπινο δυναμικό.

Σε επόμενη σελίδα, ωστόσο, ο τομεάρχης Υγείας του ΣΥΡΙΖΑ, Ανδρέας Ξανθός, προειδοποιεί πως αρκετές από τις Μονάδες Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ) που αναπτύχθηκαν, είναι στον αέρα έπειτα από την επάνοδο της τακτικής λειτουργίας των νοσοκομείων.

Δίνοντας στο θέμα μία πιο τεχνοκρατική διάσταση, ο καθηγητής του LSE Ηλίας Μόσιαλος τονίζει πως κρίσιμη παράμετρος είναι η «απόδοση» του συστήματος Υγείας: η επίτευξη βελτιωμένων αποτελεσμάτων και όχι απλώς η δημιουργία μεγάλου αριθμού υπηρεσιών και διαδικαστικών ρυθμίσεων…

Σε κάθε περίπτωση, το σύστημα υγείας έχει κάνει ποιοτικά άλματα σε σχέση με το πρόσφατο παρελθόν. Σε συνδυασμό με την πείρα που έχει αποκτηθεί από την πρώτη φάση της επιδημίας, διαθέτει πλέον τα εχέγγυα για θετικό αποτέλεσμα και στη νέα πρόκληση.

Οι θέσεις νοσηλείας σε ΜΕΘ έχουν αυξηθεί από 565 σε 1.017. Στόχος του Υπουργείου Υγείας είναι να ανέλθουν σε 1.200, ώστε να φτάσουμε, για πρώτη φορά, στον μέσο ευρωπαϊκό όρο (12 κρεβάτια ΜΕΘ ανά 100.000 πολίτες).

Το ΕΣΥ επίσης έχει ενισχυθεί με νέο προσωπικό, το οποίο έχει ήδη ξεπεράσει τα 4.000 άτομα. Παραμένει σε ισχύ η δέσμευση της κυβέρνησης για μονιμοποίηση όλων των επικουρικών νοσηλευτών.

Η εικόνα, πάντως, δεν είναι ανέφελη.

  • Η Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας (ΠΦΥ) δεν είναι εκείνη που απαιτούν οι καιροί.
  • Οι εργαζόμενοι καταγγέλλουν μεγάλες ελλείψεις σε συγκεκριμένες ειδικότητες, όπως οι τραυματιοφορείς.
  • Οι νοσοκομειακοί γιατροί κάνουν λόγο για ελλείψεις σε προσωπικό και υποδομές.
  • Οι ελεύθεροι επαγγελματίες γιατροί επισημαίνουν τα προβλήματα που προκύπτουν από την εξ αποστάσεως εξέταση και συνταγογράφηση.
  • Οι φαρμακευτικές επιχειρήσεις αναδεικνύουν την ανεπάρκεια του προϋπολογισμού του ΕΟΠΥΥ και την έκρηξη των επιστροφών (rebate - clawback) στα 2 δισ. ευρώ φέτος έναντι 1,8 δισ. το 2019.

Πρόκληση

Κοιτώντας τη θετική πλευρά των πραγμάτων, φαίνεται πως η πρόσφατα αποκτηθείσα επάρκεια σε υποδομές και προσωπικό, αποτελεί για το ΕΣΥ ακόμη μία πρόκληση. Ίσως πιο σημαντική από εκείνη της πρώτης φάσης. Ο πήχης πλέον είναι ψηλά, για δύο βασικούς λόγους:

  • Η Ελλάδα έχει μία από τις καλύτερες θέσεις παγκοσμίως σε κρούσματα και νεκρούς από την πανδημία του CoViD-19.
  • Η πείρα που αποκτήθηκε και η επάρκεια του συστήματος υγείας, τη διαφοροποιούν σε σχέση με τις αρχές του έτους, όταν είχε πλήθος ελαφρυντικών.

Στην πρώτη φάση της επιδημίας ήμασταν μια χώρα που «μόλις είχε βγει από τα μνημόνια», η οποία υστερούσε σε όλα σε σχέση με τα μεγαθήρια της Ευρώπης. Στην περίπτωση που δεν τα πηγαίναμε καλά, θα είχαμε τότε αρκετές δικαιολογίες…

Με τα κρεβάτια ΜΕΘ στον μέσο ευρωπαϊκό όρο και το σύστημα υγείας επαρκώς στελεχωμένο (τουλάχιστον κατά δήλωση των αρμοδίων), ελαφρυντικά δεν υπάρχουν.

Οι επιπτώσεις μιας ενδεχόμενης αποτυχίας θα είναι σαφώς μεγαλύτερες, τόσο για τους διαχειριστές της κρίσης όσο και για την εθνική οικονομία. Είναι σαφές πως το πολιτικό στοίχημα είναι θεαματικά μεγαλύτερο.

Η έκβαση της επιχείρησης «άνοιγμα της χώρας» θα καθορίσει εν ολίγοις την επόμενη μέρα.

Θα κρίνει το εάν θα υπάρξει ανάσα σε οικονομικό επίπεδο και το πότε θα γίνουν οι εκλογές.

Θα κρίνει, εν τέλει, εάν η Ελλάδα έχει μετατρέψει την τεράστια υγειονομική κρίση σε ευκαιρία.