Γράφει η Γεωργία Οικονομοπούλου, PhD(c), MSc, Μέλος Δ.Σ. της Ελληνικής Εταιρείας Management Υπηρεσιών Υγείας, Board Member at European Association of Hospital Managers, Νοσοκομειακό Στέλεχος, ΓΝΑ «Η Ελπίς»

Η τρέχουσα πανδημία Covid-19, με την πρωτοφανή κινητοποίηση κυβερνήσεων, επιστημόνων και διεθνών οργανισμών στην αντιμετώπισή της, αναζωπύρωσε επιτακτικά τη συζήτηση για τον βαθμό ανταπόκρισης των συστημάτων υγείας στις σύγχρονες ανάγκες της κοινωνίας. Ο ιός SARS-CoV-2 χρειάστηκε λιγότερες από 100 μέρες για να σταματήσει τον κόσμο, θυμίζοντάς μας ότι ο τομέας της υγείας είναι ο κρισιμότερος παράγοντας για τη λειτουργία της κοινωνίας και την οικονομική ανάπτυξη.

Μετά την οικονομική κρίση του 2008, οι πολιτικές διεθνώς, και ιδίως στην Ελλάδα, για τη μείωση της σπατάλης στις δαπάνες υγείας και την ενίσχυση της αποδοτικότητας οδήγησαν σε πολιτικές λιτότητας, που αποδυνάμωσαν τα συστήματα.

Οι κατά κεφαλήν δαπάνες υγείας στην Ελλάδα είναι περίπου 45% χαμηλότερες από τον μέσο όρο της Ε.Ε., ενώ η χώρα καταγράφει ένα από τα υψηλότερα ποσοστά καταστροφικών δαπανών υγείας (σ.σ.: «καταστροφική» χαρακτηρίζεται η δαπάνη που υπερβαίνει το 40% του συνόλου των δαπανών, εξαιρουμένων βασικών ειδών διαβίωσης). Παράλληλα, ανισορροπίες εντοπίζονται ως προς τη διαθεσιμότητα των υπηρεσιών στην περιφέρεια, που επιτείνουν τις ανισοτιμίες στην υγεία (OECD & European Observatory).

Αλλαγή πορείας

Η πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας παραμένει προϋπόθεση για την αποδοτικότητα του συστήματος και, επί δεκαετίες, ανεκπλήρωτος στόχος για τη χώρα, παρά τις επιχειρούμενες μεταρρυθμίσεις και τον χαρακτηρισμό της ως «μονοπάτι» (WHO, 2020) για την καθολική κάλυψη των αναγκών υγείας. Το ΕΣΥ, επικεντρωμένο στην ενδονοσοκομειακή περίθαλψη, απορροφά το μεγαλύτερο μέρος των δαπανών υγείας (άνω του 40%), κατανέμοντας μόλις το 1,3% των πόρων στην προληπτική φροντίδα.

Το σύστημα υγείας στην Ελλάδα, από την εμφάνιση της πανδημίας, ευτυχώς, προστατεύθηκε και δεν δοκιμάστηκε. Αν είχε δοκιμαστεί, θα είχε αποτύχει, όπως συνέβη σε άλλες χώρες και πιθανότατα θα είχε καταρρεύσει άμεσα.

Το «Νέο ΕΣΥ» θα πρέπει να συμπεριλάβει έναν εθνικό στρατηγικό σχεδιασμό, που κατ’ αρχάς θα αντιμετωπίζει το έλλειμμα δεδομένων για τη λήψη ορθών αποφάσεων στην πολιτική υγείας και το ανεπαρκές management σε όλα τα επίπεδα για την ενίσχυση της διακυβέρνησης του συστήματος.

Αναμφίβολα, η αύξηση χρηματοδότησης του δημόσιου συστήματος υγείας είναι αναγκαία, αλλά η τυφλή χρηματοδότησή του, όπως έχουμε επίπονα διαπιστώσει, δημιουργεί... πηγάδια δίχως πάτο.