Η κατανάλωση παραδοσιακών τροφών, με λιγότερα πρόσθετα, μπορεί να οδηγήσει σε μείωση του κοιλιακού λίπους, της αρτηριακής πίεσης και του κινδύνου εμφάνισης διαβήτη.

Αυτό προέκυψε από πρόσφατη πιλοτική μελέτη, η οποία εστίασε στην επίδραση της διατροφής στην υγεία μας.

Ο αύξηση στον επιπολασμό του διαβήτη τύπου 2 και της παχυσαρκίας, είναι σαφής ένδειξη ότι οι διατροφικές συνήθειες χρειάζονται προσοχή, συνολικά.

Οι σύγχρονοι άνθρωποι βρίσκονται σε μία ατέρμονη διαδικασία αναζήτησης της βέλτιστης διατροφής, η οποία θα συμβάλλει στην προστασία από τα νοσήματα, θα τονώσει την ευεξία και θα αυξήσει τη διάρκεια ζωής.

Σύμφωνα με τους ειδικούς, η δίαιτα που μπορεί να συμβάλλει στην επίτευξη αρκετών από τους στόχους αυτούς, πρέπει να περιλαμβάνει φρούτα, λαχανικά, δημητριακά ολικής άλεσης και περιορισμένες ποσότητες ζάχαρης, αλατιού και λίπους.

Η προσκόλληση, ωστόσο, σε ένα συγκεκριμένο διατροφικό μοτίβο είναι δύσκολη και – όπως αναφέρουν οι συγγραφείς της μελέτης – "η διατροφή και η πολιτική επιστήμη έχουν προχωρήσει γρήγορα, δημιουργώντας σύγχυση".

Μία πρόσφατη μελέτη εξετάζει εάν η μικρή αλλαγή στις αγοραστικές μας συνήθειες μπορεί να κάνει σημαντική διαφορά στην υγεία μας.

Δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό "Diabetes & Metabolism" και επικεντρώνεται στα πρόσθετα των τροφίμων και στα επεξεργασμένα τρόφιμα.

Σύμφωνα με τους συντάκτες της, τα πρόσθετα περιλαμβάνουν χημικές ουσίες, που η βιομηχανία τροφίμων χρησιμοποιεί για να κάνει τα τρόφιμα "εύγευστα, ανθεκτικά και μεταφερόμενα σε μεγάλες αποστάσεις".

Η μελέτη πραγματοποιήθηκε στην Ιταλία και η επιστημονική ομάδα επιχείρησε να κατανοήσει την επίδραση της κατανάλωσης τοπικά παραγόμενων τροφίμων. Αντί να επικεντρώνονται στην περιεκτικότητα σε λίπος και ζάχαρη, ενδιαφέρθηκαν αποκλειστικά για τα πρόσθετα.

Επικεντρώθηκαν στο τυρί, στο λουκάνικο, στα ζυμαρικά, στα αρτοσκευάσματα, στα μπισκότα και στη σοκολάτα, η παραγωγή των οποίων γίνεται σε μακρινές τοποθεσίες. Αντί να ζητούν από τους συμμετέχοντες να κόψουν τα προϊόντα αυτά από τη διατροφή τους, η ομάδα τους ζήτησε να προμηθευτούν τα τρόφιμα τοπικά.

Παράμετροι

Συμμετείχαν συνολικά 159 υγιή άτομα, τα οποία ολοκλήρωσαν τη μελέτη σε έξι μήνες. Οι επιστήμονες αξιολόγησαν μια σειρά από παραμέτρους, όπως το ύψος, το βάρος, την αρτηριακή πίεση.

Μεταξύ άλλων, μέτρησαν το συνολικό λίπος και το κοιλιακό λίπος των συμμετεχόντων και τα επίπεδα άγχους και κατάθλιψής τους. Για να αξιολογήσουν την κατάθλιψη, χρησιμοποίησαν ένα τυποποιημένο ερωτηματολόγιο.

Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι οι συμμετέχοντες που κατανάλωναν τοπικά φαγητά είχαν σημαντικά καλύτερες επιδόσεις και χαμηλότερα επίπεδα γλυκόζης νηστείας από ό, τι η άλλη ομάδα.

Εμφάνιζαν, επίσης, χαμηλότερα επίπεδα σπλαχνικού λίπους, μειωμένη συστολική αρτηριακή πίεση και βελτιωμένες βαθμολογίες κατάθλιψης.

Η άλλη ομάδα παρουσίασε αύξηση των επιπέδων γλυκόζης νηστείας, διαστολικής αρτηριακής πίεσης και C – πεπτιδίου.

Πηγές: Medical News Today