Εξαγωγές – ρεκόρ ελαιόλαδου από την Ελλάδα, καταγράφουν τα στοιχεία της Eurostat για το 2018. Η χώρα μας είναι τέταρτη εξαγωγός μετά την Ισπανία, την Ιταλία και την Πορτογαλία, κατέχοντας το 4% των συνολικών εξαγωγών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Σε απόλυτες τιμές, το 2018 εξήχθησαν 20.555 τόνοι ελληνικού ελαιόλαδου, αξίας 95,02 εκατομμυρίων ευρώ. Οι ποσότητες απέχουν σημαντικά από εκείνες της Ισπανίας και της Ιταλίας, που εξάγουν το 85%, αλλά είναι αυξημένες κατά 15,67% σε σύγκριση με τις αντίστοιχες του 2013.

Οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξάγουν ετησίως πάνω από 1,6 εκατομμύριο τόνους, αξίας 5,7 δισεκατομμυρίων ευρώ, εκ των οποίων τα δύο τρίτα των εξαγωγών αφορούν άλλες χώρες – μέλη.

Οι χώρες που δεν παράγουν ελαιόλαδο εισάγουν συνολικά 1,2 εκατομμύριο τόνους, αξίας 3,9 δισ. ευρώ, εκ των οποίων το 85% των ποσοτήτων αυτών προέρχεται από τις τέσσερις ελαιοπαραγωγούς χώρες

Η Ισπανία κατέχει την πρώτη θέση, εξάγοντας 301.400 τόνους ελαιόλαδου εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, ποσότητα που την καθιστά μακράν τη μεγαλύτερη εξαγωγό χώρα. Ακολουθεί η Ιταλία με 191.000 τόνους, η Πορτογαλία με 56.000 τόνους και η Ελλάδα (20.556 τόνους).

Το ευρωπαϊκό λάδι έχει ως κύριο προορισμό τις ΗΠΑ, όπου καταλήγει περίπου το ένα τρίτο των εξαγωγών (203.000 τόνοι). Ακολουθεί η Βραζιλία (65.000 τόνοι), η Ιαπωνία (52.000 τόνοι), η Κίνα (35.000 τόνοι), ο Καναδάς (31.000 τόνοι) και η Αυστραλία (29.000 τόνοι).

Μεσογειακή

Το ελαιόλαδο κατέχει σημαντική θέση στη μεσογειακή διατροφή και η διατροφική του αξία προέρχεται από την περιεκτικότητά του σε "καλά" ακόρεστα λιπαρά, σε λιποδιαλυτές βιταμίνες (βιταμίνη E) και σε αντιοξειδωτικά συστατικά, όπως οι πολυφαινόλες.

Τα μονοακόρεστα λιπαρά έχουν συνδεθεί με τη διατήρηση της υγείας του καρδιαγγειακού συστήματος. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) και η Αμερικανική Καρδιολογική Εταιρεία, συστήνουν την αντικατάσταση των κορεσμένων λιπαρών (ζωικά λιπαρά) από μονοακόρεστα (ελαιόλαδο) και πολυακόρεστα λιπαρά οξέα (μαλακές μαργαρίνες, ξηροί καρποί, ψάρια).

Επειδή, ωστόσο, τα λιπαρά είναι πλούσια σε θερμίδες, είναι σημαντικό να δίνουμε έμφαση στην ποσότητα ελαιολάδου που καταναλώνουμε.

Η μείωση της επίπτωσης των καρδιαγγειακών παθήσεων και άλλων χρόνιων νοσημάτων έχει συσχετισθεί με την κατανάλωση τροφίμων πλούσιων σε αντιοξειδωτικές ουσίες. Ο λόγος είναι πως τα αντιοξειδωτικά προστατεύουν από τη φθορά των μορίων και των μεμβρανών των κυττάρων.

Αντιοδειδωτικά

Οι πολυφαινόλες, αντιοξειδωτικά που τα γνωρίζουμε ως συστατικό του κρασιού, των κόκκινων φρούτων και του καφέ, αποτελούν ένα βασικό συστατικό του ελαιολάδου.

Τα φαινολικά συστατικά του ελαιόλαδου συσχετίζονται με την υγεία της καρδιάς, δρώντας ενάντια στο οξειδωτικό στρες, ενώ προστατεύουν και την ποιότητα του λαδιού, καθώς επηρεάζουν το άρωμα και τη γεύση του ελαιολάδου και ταυτόχρονα δρουν ενάντια στην οξείδωση του ίδιου του ελαίου.

Το ελαιόλαδο αποτελεί εξαιρετική πηγή βιταμίνης Ε, της λιποδιαλυτής βιταμίνης που εμφανίζει έντονη αντιοξειδωτική δράση.

Η αντιοξειδωτική της δράση έχει συσχετισθεί και με την πρόληψη της πρόωρης γήρανσης και η επαρκής πρόσληψή της έχει συνδεθεί με την προστασία από εκφυλιστικές παθήσεις, όπως η νόσος Alzheimer.