Στέφανος Kοτζαμάνης


 
 
Με έντονο ενδιαφέρον παρακολούθησαν οι ασφαλιστικές εταιρείες τις εξελίξεις στον χώρο των διαγνωστικών κέντρων, με το ξεκίνημα της σχετικής απεργίας και την εν συνεχεία προσωρινή διευθέτηση του θέματος.

Παράγοντες της αγοράς με τους οποίους επικοινώνησε το Euro2day.gr δεν θέλησαν να εμπλακούν στην κόντρα μεταξύ ιδιωτών παρόχων υγείας και Υπουργείου Υγείας, ωστόσο:

Πρώτον, εξέφρασαν την ικανοποίησή τους για την προσωρινή  διευθέτηση του ζητήματος, με γνώμονα την εξυπηρέτηση των ασθενών και

δεύτερον, επανέλαβαν την πάγια άποψή τους πως η τρέχουσα κατάσταση στον χώρο της υγείας δεν είναι διατηρήσιμη και για τον λόγο αυτό θα πρέπει να ληφθούν πολύ σοβαρές αποφάσεις αναδιοργάνωσης από την επόμενη κυβέρνηση, όποια κι αν είναι αυτή.

«Οι κυβερνήσεις προσπαθούν να προσφέρουν υπηρεσίες δημόσιας υγείας με τα… λεφτά των άλλων και κάτι τέτοιο δεν μπορεί να συνεχίζεται επ’ άπειρον» υποστηρίζει παράγοντας της αγοράς, συνεχίζοντας:

«Κακώς ελήφθησαν οι αποφάσεις για clawback και για rebate. Και αν ακόμη η αρχική προσωρινή τους επιβολή ήταν αναγκαία μέχρις ότου η Πολιτεία προχωρήσει στις απαιτούμενες μεταρρυθμίσεις, η συνέχισή τους αποτέλεσε ακόμη μεγαλύτερο σφάλμα. Η ουσία είναι ότι οι κυβερνήσεις αντί να προχωρήσουν σε ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις, επέλεξαν να στείλουν τον λογαριασμό στους ιδιώτες, είτε αυτοί είναι κλινικές και διαγνωστικά κέντρα, είτε είναι ασθενείς. Με τον τρόπο αυτό πληρώνονται μικρότερα ποσά από τον κρατικό προϋπολογισμό και γράφονται υποτιθέμενα δημοσιονομικά υπερπλεονάσματα. Δεν είναι τυχαίο ότι κατά τη διάρκεια της κρίσης, τα χρήματα που έχουν καταβάλει οι ίδιοι οι ασθενείς από την τσέπη τους για δαπάνες υγείας («out of the pocket») είναι πολύ περισσότερα σε σχέση με το παρελθόν και σε σχέση με τις άλλες χώρες της Ευρώπης. Ακούγεται επίσης στην αγορά ότι τα ξένα funds που έχουν καταβάλει εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ προκειμένου να επενδύσουν στην ελληνική ιδιωτική υγεία έχουν ήδη αρχίσει να ασκούν πιέσεις, προκειμένου ο συνδυασμός clawback και rebate είτε να εξαλειφθεί, είτε να αμβλυνθεί. Και γενικότερα, δεν μπορείς ως Πολιτεία από τη μια πλευρά να επιδιώκεις η χώρα να γίνει πόλος προσέλκυσης ιατρικού τουρισμού και από την άλλη να επιβάλλεις υψηλότατο ΦΠΑ και να ψαλιδίζεις τις δυνατότητες των εγχώριων μονάδων με clawback και rebate».

Σύμφωνα με τους ίδιους κύκλους, «ένα μέρος του κόστους των πολιτικών του clawback και του rebate το έχουν φορτωθεί έμμεσα και οι ασφαλιστικές εταιρείες, οι οποίες αποτελούν τον μεγαλύτερο πελάτη των παρόχων ιδιωτικής υγείας. Πέραν όμως αυτού, ας μην ξεχνάμε τις πρόσθετες άμεσες και έμμεσες φορολογικές επιβαρύνσεις που έχουν υποστεί κατά τα τελευταία χρόνια οι ασφαλιστικές εταιρείες στα συμβόλαια υγείας.

Ειδικότερα, μετά το λεγόμενο τρίτο μνημόνιο, όχι μόνο αυξήθηκε ο συντελεστής ΦΠΑ στις ιδιωτικές κλινικές (οι ασφαλιστικές εταιρείες δεν μπορούν να συμψηφίσουν τον συγκεκριμένο φόρο), αλλά επιπλέον ανέβηκε και ο συντελεστής φόρου κύκλου εργασιών που επιβάλλεται στα ασφαλιστικά συμβόλαια υγείας. Με τον έναν ή τον άλλον τρόπο δηλαδή, το δημόσιο εξοικονομεί δαπάνες, τις οποίες καταβάλλουν άμεσα και έμμεσα όσοι ασθενείς έχουν την οικονομική δυνατότητα. Οι άλλοι…».


Οι ασφαλιστικές εταιρείες πιστεύουν ότι θα πρέπει να υπάρξουν δομικές θεσμικές παρεμβάσεις στον χώρο της υγείας, προκειμένου να επιτευχθεί ταυτόχρονα κάτι που εκ πρώτης όψεως φαντάζει αντιφατικό: Να αναβαθμιστούν οι παρεχόμενες υπηρεσίες στους ασθενείς και να εξοικονομηθούν πόροι προς όφελος του κρατικού προϋπολογισμού.

«Θα πρέπει όλοι οι εμπλεκόμενοι φορείς να καθίσουν μετά τις εκλογές στο ίδιο τραπέζι και να συζητήσουν με ρεαλιστικούς όρους και χωρίς ιδεολογικές προκαταλήψεις για την επόμενη μέρα. Οι ασφαλιστικές εταιρείες, για παράδειγμα, έχουν προτείνει τη συνεργασία δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, με την παροχή τμήματος των εγκαταστάσεων των κρατικών νοσοκομείων που σήμερα δεν χρησιμοποιείται, προκειμένου να το διαχειρίζονται οι ασφαλιστικές εταιρείες και να προσφέρουν φτηνά προγράμματα στους πολίτες».

Πηγές: euro2day.gr