Περισσότερες αποτυχίες παρά επιτυχίες μετρούν οι μεγαλύτερες φαρμακευτικές εταιρείες στον κόσμο, όσον αφορά τα σκευάσματα που δημιούργησαν για ασθένειες που σχετίζονται με τον εγκέφαλο. Αν και εξειδικευμένες στη δημιουργία φαρμάκων για την καρδιά, τους πνεύμονες και τις αρθρώσεις, δεν τα έχουν καταφέρει με τα φάρμακα που αφορούν σε ασθένειες του εγκεφάλου, με αποτέλεσμα είτε να αποχωρήσουν από τον χώρο είτε να "ψαλιδίσουν" τις επενδύσεις που πραγματοποιούν σε αυτόν.

Σήμερα, λίγες εταιρείες διατηρούν στο προϊοντικό τους χαρτοφυλάκιο τέτοια σκευάσματα, γεγονός που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με αυτό που συνέβαινε πριν από 25 χρόνια, όταν οι μεγαλύτεροι παίκτες του κλάδου επένδυαν πολλά κονδύλια σε αυτό τον τομέα.

Όπως αναφέρεται στο δημοσίευμα, οι πωλήσεις του fluoxetine της Eli Lilly δελέασε στο παρελθόν τους αντιπάλους της να βρουν τα δικά τους αντικαταθλιπτικά φάρμακα. Έτσι, η Pfizer έφερε στην αγορά το sertraline, ακολουθούμενη από την GlaxoSmithKline με το paroxetine. Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, ένα νέο κύμα αντιψυχωσικών φαρμάκων εμφανίστηκε στην αγορά βοηθώντας στην ανάπτυξη επιχειρήσεων νευρολογίας, αξίας πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων που ανήκαν στην AstraZeneca και στην Bristol-Myers Squibb.

Αλλά, η AstraZeneca, η Bristol-Myers, η GSK και, πιο πρόσφατα, η Pfizer και η Amgen δεν αφιερώνουν πλέον σημαντικούς πόρους στη νευροεπιστήμη. Άλλοι, όπως η Lilly, η Sanofi και η Merck & Co., έχουν περιορίσει τις επενδύσεις τους, καθώς και τον αριθμό των κλινικών τους προγραμμάτων για αυτά τα φάρμακα. Υποχωρήσεις που ήρθαν μετά από μια σειρά κλινικών αποτυχιών, γεγονός που τις έκανε να αναρωτηθούν μήπως τελικά θα ήταν καλύτερα να επενδύσουν  τα συγκεκριμένα κονδύλια σε άλλου είδους θεραπευτικές κατηγορίες.

Αυτό, ωστόσο δεν σημαίνει ότι η νευροεπιστήμη δεν απορροφά επενδύσεις. Το 2018 προσέλκυσε 1,5 δισ. δολ., τοποθετώντας τον σχετικό τομέα στη δεύτερη θέση μετά τον καρκίνο βάσει των κονδυλίων που επενδύθηκαν, γεγονός που σημαίνει ότι οι χρηματοδότες αναμένουν αποδόσεις σε σχετικά βραχυπρόθεσμο ορίζοντα.

Παρατηρητές της βιομηχανίας προβλέπουν ότι υπάρχει μέλλον σε αυτά τα φάρμακα λόγω των αναγκών που υπάρχουν σε ασθένειες όπως η επιληψία, οι διαταραχές της διάθεσης και οι γενετικές ασθένειες του κεντρικού νευρικού συστήματος.

"Η πρόβλεψή μου είναι ότι μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια, και σίγουρα μέσα στα επόμενα 10, θα δείτε μια άλλη χρυσή εποχή αυτών των προϊόντων ", δήλωσε ο Steven Paul, ο οποίος εργαζόταν στην Lilly όταν ανέπτυξε το blockbuster αντιψυχωσικό σκεύασμα olanzapine  και τώρα είναι Διευθύνων Σύμβουλος στην εταιρεία βιοτεχνολογίας Karuna Therapeutics που ειδικεύεται στις νευροεπιστήμες.

Παράλληλα, ο Διευθύνων Σύμβουλος της Roche Pharmaceuticals δήλωσε ότι το 2020 θα μπορούσαν να δουν τη νευροεπιστήμη να κάνει τα ίδια τεράστια άλματα που έκανε η ογκολογία κατά τη διάρκεια του 2010. Ο Jeremy Levin, επικεφαλής της Ovid Therapeutics στον τομέα της νευρολογίας, αναμένει ότι οι νέες θεραπείες θα εμφανιστούν πιθανότατα τα επόμενα τρία χρόνια.

Όμως, οι πρόσφατες αποχωρήσεις εταιρειών θα μπορούσαν να σημαίνουν ότι η νευροεπιστήμη δεν θεωρείται ακόμη ως μια ευκαιρία, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα.

Η Amgen τερμάτισε τα προγράμματα φαρμάκων για την σχιζοφρένεια και τη νόσο του Alzheimer πριν εγκαταλείψει σχεδόν πλήρως την νευροεπιστήμη στα τέλη του 2019. Ο επικεφαλής για την Ε & Α στην εταιρεία, κ. David Reese, δήλωσε στο BioPharma Dive πως η απόφαση αυτή βασίστηκε σε διάφορους παράγοντες, συμπεριλαμβανομένης της «αρκετά στοιχειώδους» κατανόησης των νευρολογικών ασθενειών, τα μακροχρόνια αναπτυξιακά προγράμματα που απαιτούν ορισμένα από αυτά τα φάρμακα, καθώς και των ευκαιριών που είδε σε άλλους τομείς, όπως η ογκολογία, οι φλεγμονές και τα καρδιαγγειακά.

Ο Reese δήλωσε επίσης ότι η εταιρεία του δεν θέλησε να επενδύσει 10 χρόνια και δισεκατομμύρια δολάρια σε έναν τομέα "γεμάτο αβεβαιότητα", και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αναβάθμιση των βιοτεχνολογιών ή η σύσταση εταιρικών σχέσεων δημόσιου και ιδιωτικού τομέα θα ήταν πιο ενθαρρυντικές προσεγγίσεις.

Παρόμοια, η Pfizer αποφάσισε το 2018 να αποχωρήσει από το χώρο της νόσου του Alzheimer και της νόσου του Huntington  και να ανακατευθύνει τα χρήματα της σε  άλλους τομείς με μεγαλύτερη εμπειρία.

Όπως υποστηρίζεται στο δημοσίευμα, ο συνδυασμός των κλινικών αποτυχιών στην νευροεπιστήμη που ήταν ανοδικός και η ανάπτυξη πολλών υποσχόμενων φαρμάκων, κυρίως για τον καρκίνο, από τους ερευνητές  οδήγησε στη διακοπή αρκετών ερευνών για τον εγκέφαλο.

Αποτέλεσμα αυτού ήταν  να πολλαπλασιάζονται τα φάρμακα για τον καρκίνο, όχι όμως και οι νέες θεραπείες για ασθένειες όπως η νόσος του Alzheimer, η νόσος του Πάρκινσον και η κατάθλιψη, καθεμία από τις οποίες επηρεάζει εκατομμύρια ασθενείς.

Ωστόσο, στελέχη σε μικρές εταιρείες βιοτεχνολογίας, υποστηρίζουν ότι θα χρειαστούν μερικές θετικές μελέτες για να επιστρέψουν οι γίγαντες του φαρμάκου στον χώρο. Αυτό συνέβη με τη γονιδιακή θεραπεία, καθώς και με την ανοσο-ογκολογία, η οποία παρήγαγε μερικά από τα καλύτερα φάρμακα στον κόσμο.

Σήμερα, πολλές μεγάλες φαρμακευτικές εταιρείες συνεχίζουν να μελετούν τα φάρμακα του  Alzheimer ακόμα και αν δεν εμπλέκονται βαθιά στη νευροεπιστήμη. Οι αναλυτές αναμένουν ότι η πρώτη θεραπεία του Alzheimer που θα έχει επίδραση στη νόσο, και όχι μόνο στα συμπτώματα της ασθένειας, θα γίνει αυτόματα θεραπεία πρώτης γραμμής. Ωστόσο, οι νευροεκφυλιστικές διαταραχές, όπως η νόσος Alzheimer και η νόσος του Πάρκινσον έχουν αποδειχθεί εξαιρετικά δύσκολες.

Η AstraZeneca, η Lilly, η Merck, η Novartis, η Pfizer και η Roche είδαν ότι κάθε πειραματική θεραπεία του  Alzheimer αποτυγχάνει σε δοκιμές τελικού σταδίου. Η Biogen, κορυφαίος παίκτης της νευροεπιστήμης, σχεδιάζει να ζητήσει από τους ρυθμιστικούς φορείς πράσινο φως για ένα φάρμακο που λειτουργεί με παρόμοιο τρόπο με τις αποτυχημένες προσπάθειες των ανταγωνιστών της, αλλά τα αμφιλεγόμενα κλινικά δεδομένα του κάνουν  την αποτελεσματικότητά του, αντικείμενο έντονων συζητήσεων.

Αν και η λύση του Alzheimer φαίνεται μακριά, οι φαρμακοβιομηχανίες έχουν σημειώσει νίκες σε άλλες νευρολογικές ασθένειες όπως η σπονδυλική μυϊκή ατροφία, όπου ένα γενετικό ελάττωμα προκαλεί την απώλεια των μυών των ασθενών. Οι αποτελεσματικές θεραπείες από την Biogen και τη Novartis έχουν έρθει στην αγορά από το τέλος του 2016, ενώ ένα τρίτο σχετικό σκεύασμα από τη Roche θα μπορούσε να εγκριθεί πριν από τον Ιούνιο.

Αριθμός προγραμμάτων νευροεπιστήμης κατά στάδιο έρευνας.

Credit: Nami Sumida /BioPharma Dive; pipeline analysis by Jacob Bell

Οι φαρμακοβιομηχανίες έχουν τώρα καλύτερα εργαλεία για να χειριστούν και να διορθώσουν τα γονίδια από ό, τι στη δεκαετία του 1990 και στις αρχές της δεκαετίας του 2000. Ως αποτέλεσμα, οι ασθένειες που συνδέονται με απλές γενετικές ανωμαλίες, όπως η σπονδυλική μυϊκή ατροφία, φαίνονται ευκολότεροι στόχοι και λιγότερο επικίνδυνοι, γεγονός που διευκολύνει την είσοδο και πάλι στη νευροεπιστήμη. Υπάρχουν ήδη δύο παραδείγματα αυτού του γεγονότος, καθώς η Pfizer εισέρχεται στη μυϊκή δυστροφία Duchenne με την απόκτηση της Bamboo Therapeutics και η Roche παρουσιάζει ενδιαφέρον για ένα κλινικό πρόγραμμα που αφορά την νόσο Huntington και ανέπτυξε η Ionis Pharmaceuticals.

Ο Levin από τον Ovid βλέπει την επιληψία ως έναν πολλά υποσχόμενο στόχο, όπως και άλλοι, αλλά πιστεύει ότι οι ψυχιατρικές ανακαλύψεις θα είναι πιο δύσκολο να βρεθούν. Ο Paul, της Karuna Therapeutics διαφωνεί, λέγοντας ότι η βιομηχανία είναι "στα πρόθυρα να έχει πολύ θετικά" δεδομένα τελικού σταδίου για την κατάθλιψη και τη σχιζοφρένεια. Τέτοιες προβλέψεις είναι ίσως αναμενόμενες, καθώς η εταιρεία του Levin αναπτύσσει φάρμακο επιληψίας, ενώ η άλλη εργάζεται πάνω σε φάρμακο σχιζοφρένειας.

Εν πάση περιπτώσει, οι αναλυτές αναφέρουν ότι το ενδιαφέρον των εταιρειών για τη νευροεπιστήμη, εάν ανανεωθεί, δεν θα επικεντρωθεί μόνο σε μεγάλες αγορές, αλλά θα επεκταθεί και σε απίστευτα μικρές ή ορφανές ασθένειες.

"Πράγματι οι φαρμακοβιομηχανίες ενδιαφέρονται ολοένα και περισσότερο για το ορφανό επιχειρηματικό μοντέλο", δήλωσε ο Phil Nadeau της επενδυτικής τράπεζας Cowen & Co. "Αν υπήρχαν προϊόντα που φαινόταν ότι θα ήταν πολύ επιτυχημένες ορφανές θεραπείες στη νευροεπιστήμη, νομίζω ότι οι φαρμακοβιομηχανίες θα ενδιαφερόντουσαν να τις αποκτήσουν".       

 

Πηγές: https://www.biopharmadive.com/news/pharma-neuroscience-retreat-return-brain-drugs/570250/