Ιατρικό Λεξικό - Λήμματα από Α

Βρέθηκαν 211 λήμματα

Αναβολικός παράγοντας

Τεστοστερόνη ή μια στεροειδής ορμόνη η οποία ομοιάζει με την τεστοστερόνη, και η οποία διεγείρει την αύξηση ή την δημιουργία των ιστών του σώματος. Τα αναβολικά στεροειδή έχουν χρησιμοποιηθεί, ορισ...

Αναδημιουργία

Συμμετοχή σε κάθε προσπάθεια η οποία διασκεδάζει, χαλαρώνει ή ανανεώνει. Δραστηριότητες αναψυχής μπορεί να είναι προσωπικές ή ιδιωτικές (π.χ. διάβασμα, ζωγραφική), φυσικές (π.χ. κυνήγι), ή πνευμα...

Αναιμία

Μείωση της μάζας των κυκλοφορούντων ερυθρών αιμοσφαιρίων. Γενικά κάποιος θεωρείται αναιμικός όταν σύμφωνα με τις εργαστηριακές εξετάσεις τα επίπεδα της αιμοσφαιρίνης είναι τουλάχιστον δύο μονάδες ...

Αναισθησία

1. Αναισθησία. Μερική ή ολική απώλεια της αισθητικότητας, με ή χωρίς απώλεια της συνείδησης, εξαιτίας κάποιου νοσήματος, τραυματισμού ή χορήγησης κάποιου αναισθητικού παράγοντα, συνήθως ενέσιμου ή...

Ανακάλυψη, αποκάλυψη

Στρατηγική προ της δίκης, η οποία χρησιμοποιείται για την απόκτηση ή την ανακάλυψη όλων των πληροφοριών, των γεγονότων και των περιστάσεων που αφορούν τους ισχυρισμούς που τίθενται στη δικαστική υπ...

Ανάλυση αερίων αίματος

Χημικός προσδιορισμός του pH, της συγκέντρωσης του διοξειδίου του άνθρακα και της συγκέντρωσης και του κορεσμού του οξυγόνου του αίματος. Αυτή η ανάλυση χρησιμοποιείται για τη διάγνωση σοβαρών μεταβολ...

Ανάλυση αποφάσεων

Η λογική και συνεπής προσέγγιση για τη λήψη μιας ιατρικής απόφασης όταν οι συνέπειές της δεν είναι δυνατόν να λεχθούν με βεβαιότητα εκ των προτέρων. Οι αβεβαιότητες στην ιατρική πρακτική οφείλονται...

Αναλυτής

1. Μια συσκευή η οποία χρησιμοποιείται για τον καθορισμό της οπτικής περιστροφής που προκαλείται κατά την διέλευση του πολωμένου φωτός μέσα από κάποιο διάλυμα. 2. Συσκευή οξυγόνου που χρησιμοποιείται ...

Αναπαραγωγικό σύστημα

Οι γονάδες και οι σχετιζόμενες με αυτές δομές και πόροι. Στο θήλυ, το σύστημα περιλαμβάνει τις ωοθήκες, τις σάλπιγγες (ωαγωγοί), τη μήτρα, τον κόλπο και το αιδοίο. Στο άρρεν, περιλαμβάνει τους ...

Αναπηρία

Ένας όρος που χρησιμοποιείται ως συνώνυμο της «ανικανότητας» ή του «λειτουργικού περιορισμού». Η λέξη «αναπηρία» θεωρείται πλέον υποτιμητική από πολλά άτομα. Η α...

Αναπηρία, ανικανότητα

Κάθε σωματική, διανοητική ή λειτουργική ανικανότητα που περιορίζει μια βασική δραστηριότητα. Μπορεί να είναι μερική ή πλήρης. Ο ορισμός της αναπηρίας είναι αμφισβητούμενος. Για κάποιους ειδικούς, ...

Αναπνευστική αλκάλωση

Αλκάλωση με οξεία μείωση του διοξειδίου του άνθρακα που ακολουθείται από μια ανάλογη μείωση των διττανθρακικών του πλάσματος.ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Ο υπεραερισμός (είτε οφείλεται σε υποξία, άγχος, κρίσεις πανικο...

Δείτε τα λήμματα αλφαβητικά
Συνεργασία Mendor Editions & Taber's Ιατρικό Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό