Αγγλικός όρος

albumin

Ορισμός

Μία από την ομάδα των απλών πρωτεϊνών που συναντώνται ευρέως στους ιστούς των φυτών και των ζώων· βρίσκεται μέσα στο αίμα σαν αλβουμίνη του ορού, στο γάλα σαν γαλακταλβουμίνη, και στο ασπράδι των αυγών σαν ωαλβουμίνη. Στο αίμα, η αλβουμίνη μεταφέρει κάποια μόρια και βοηθά στη διατήρηση του όγκου του αίματος και της αρτηριακής πίεσης. Στους ανθρώπους, ο βασικός ρόλος της αλβουμίνης είναι το να συντηρεί την κολλοειδοσμωτική πίεση, εμποδίζοντας έτσι την είσοδο του πλάσματος στα τριχοειδή. Η αλβουμίνη, όπως και όλες οι πρωτεΐνες του πλάσματος, είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθούν για την ταχεία αναπλήρωση των ιστικών πρωτεϊνών. Είναι διαλυτή στο ψυχρό νερό· όταν πήξει μέσα στο θερμό νερό δεν διαλύεται πλέον ούτε στο κρύο ούτε στο ζεστό νερό. Στο στόμαχο, οι αδιά-λυτες αλβουμίνες μετατρέπονται σε διαλυτές με τη δράση της πεπτιδάσης, η οποία τις διασπά σε μικρότερα πολυπεπτίδια και αμινοξέα. Γενικά, οι αλβουμίνες ζωικής προέλευσης έχουν υψηλότερη θερμιδική αξία σε σχέση με αυτές που προέρχονται από τα φυτά εξαιτίας του ότι οι ζωικές πρωτεΐνες περιέχουν μεγαλύτερες ποσότητες απαραίτητων αμινοξέων.

Ετυμολογία

[Λατ. albumen, το ασπράδι του αυγού]

Υπώνυμος όρος

blood albumin
circulating albumin
egg albumin
human albumin
serum albumin
urinary albumin
vegetable albumin