Αγγλικός όρος

scratch

Ορισμός

1. Γρατζουνιά· σημάδι ή επιφανειακός τραυματισμός ο οποίος προκαλείται από την απόξεση σκληρής επιφάνειας με τα νύχια.
2. Αμυχή· η κατασκευή λεπτής, ρηχής τομής με κοφτερό αντικείμενο.
3. Ξύνω· το τρίψιμο της επιδερμίδας με τα νύχια για την ανακούφιση κνησμών.
Το ξύσιμο ανακουφίζει παροδικά απαλύνοντας ερεθίσματα από τα επιδερμικά νεύρα αλλά μακροπρόθεσμα ενδέχεται να επιδεινώσει την κατάσταση, η οποία προκάλεσε τον κνησμό.

Ετυμολογία

[Μεσ. Αγγ. cmcchen, γρατσουνάω]