Αγγλικός όρος

threshold

Ορισμός

1. Σημείο στο οποίο ξεκινά να παράγεται ένα ψυχολογικό ή φυσιολογικό αποτέλεσμα.

2. Ένα μέτρο της ευαισθησίας ενός οργάνου ή λειτουργίας που αποκτάται με την εύρεση της χαμηλότερης τιμής του κατάλληλου ερεθίσματος που θα προκαλέσει απόκριση.

Υπώνυμος όρος

absolute threshold
acoustic reflex threshold
anaerobic threshold
auditory threshold
threshold of consciousness
differential threshold
erythema threshold
ketosis threshold
pain threshold
renal threshold
sensory threshold
viability threshold