Αγγλικός όρος

chronic fatigue syndrome

Ορισμός

Σύνδρομο χαρακτηριζόμενο από χρόνια περιοριστική κόπωση, η οποία δεν απαλύνεται με την ανάπαυση και την ελαττωμένη σωματική, διανοητική και κοινωνική λειτουργία. Επηρεάζει γυναίκες και άνδρες όλων των ηλικιών και φυλών. Συχνά σχετίζεται με ελαττωμένη συγκέντρωση, εκνευρισμό, διαταραχές ύπνου, υποτροπιάζοντες πονόλαιμους, χαμηλές θερμοκρασίες, πρησμένους αδένες και πόνους των οστών ή των μυών. Στο παρελθόν, αυτή η πάθηση καλείτο (χωρίς δικαιολόγηση) χρόνια λοίμωξη με τον ιό Epstein-Barr, μυαλγική εγκεφαλομυελίτιδα, γρίπη των γιάπηδων, και σύνδρομο χρόνιας κόπωσης και ανοσοανεπάρκειας (CFlDS).

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Η αιτία του συνδρόμου χρόνιας κόπωσης είναι άγνωστη. Σύμφωνα με τα κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Λοιμώξεων, το ΣΧΚ μπορεί να οφείλεται σε πολλές αιτίες, που όλες έχουν κοινή κατάληξη. Αυτές οι αιτίες μπορεί να περιλαμβάνουν ιική μόλυνση, ή διαταραχές της νευρολογικής και ενδοκρινούς λειτουργίας ή της λειτουργίας του ανοσοποιητικού συστήματος.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Τα Κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Λοιμώξεων καθιέρωσαν τα ακόλουθα κριτήρια για τη διάγνωση:

Βαριά χρόνια κόπωση διαρκείας ίσης ή μεγαλύτερης των έξι μηνών, έχοντας αποκλείσει άλλες γνωστές ιατρικές καταστάσεις με κλινική διάγνωση.

Τέσσερα ή περισσότερα από τα ακόλουθα συμπτώματα: σημαντική ελάττωση της βραχυπρόσθεσμης μνήμης, ή συγκέντρωσης, πονόλαιμος, ευαίσθητοι λεμφαδένες, μυικός πόνος, πολλαπλός πόνος αρθρώσεων χωρίς πρήξιμο ή ερύθημα, πονοκέφαλοι νέου τύπου, προτύπου ή οξύτητας, μη αναζωογονητικός ύπνος και αδυναμία μετά από σωματική άσκηση διαρκείας μεγαλύτερης των 24 ωρών.

Δεν υπάρχουν καθοριστικές εξετάσεις για αυτή τη διαταραχή. Οι διαγνωστικές εξετάσεις πρέπει να περιλάβουν ελέγχους για τον αποκλεισμό άλλων παρόμοιων κλινικών ασθενειών. Τα στοιχεία από μελέτες υποδεικνύουν ότι το 50% περίπου των πασχόντων ανακάμπτουν, παρ ότι δεν εξαφανίζονται όλα τα συμπτώματα.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Επειδή δεν υπάρχει γνωστή αιτιολογία, η θεραπεία εστιάζει στην υποστηρικτική παρακολούθηση. Τα μη στεροειδικά αντιφλεγμονώδη φάρμακα (NSAID) μπορεί να είναι χρήσιμα στις μυαλγίες ή στις αρθραλγίες. Μικρές δόσεις τρικυκλικών αντικαταθλιπτικών ενισχύουν μερικές φορές τον έλεγχο του πόνου και μπορεί να είναι χρήσιμα σε ασθενείς με διαταραχές ύπνου. Οι σύνθετες ανοσολογικές ή μεταβολικές θεραπείες δεν έχουν αποδειχθεί αποτελεσματικές σε συστηματική βάση. Οι νοητικές συμπεριφοριστικές θεραπείες έχουν αποδειχθεί χρήσιμες σε ορισμένους ασθενείς.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Εξετάζονται τα επίπεδα και ο βαθμός κόπωσης κατά τη διάρκεια καθημερινών δραστηριοτήτων. Αξιολογείται η συναισθηματική απόκριση του ασθενούς στην πάθηση καθώς και η ικανότητα του να αντεπεξέρχεται σε αυτήν. Παρέχεται συναισθηματική υποστήριξη κατά τη μακρά περίοδο διαγνωστικών ελέγχων και της παρατεταμένης και συχνά αποκαρδιωτικής πορείας της ασθένειας. Οι ασθενείς παραπέμπονται για ψυχολογική ή επαγγελματική συμβουλή όπως κρίνεται απαραίτητο ή σε μία τοπική ομάδα υποστήριξης εάν υπάρχει κάποια διαθέσιμη, ώστε να βοηθηθούν να επιστρέψουν σε μια όσο το δυνατό πιο φυσιολογική ζωή. Οι δραστηριότητες πρέπει να περιορίζονται το περισσότερο δυνατό κατά τη μεγαλύτερη κόπωση, αλλά πρέπει να αποθαρρύνεται η περαιτέρω κατάκλιση πλην της απαραίτητης για τον ύπνο, επειδή δεν απαλύνει την αδυναμία. Ο ασθενής πρέπει να συμμετέχει σε πρόγραμμα σωματικής άσκησης διαβαθμισμένης έντασης, το οποίο μπορεί να είναι δύσκολο στην αρχή και διατήρησή του, αλλά μπορεί να τον/ την βοηθήσει να αισθανθεί καλύτερα. Η άσκηση πρέπει να εκτελείται για μικρές περιόδους και να αυξηθεί αργά ώστε να αποφευχθεί αύξηση της κόπωσης.

Συντομογραφία

CFS