Διαβάζοντας κάποιος τον Άτλαντα Υγείας της Ευρώπης (2008) που εκδίδει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας είναι υποχρεωμένος να επισημάνει ορισμένα βασικά σημεία και να προβληματισθεί.

Κατ’ αρχήν πρέπει να αισθανθεί υπερήφανος, γιατί η χώρα μας διαθέτει 500 ιατρούς ανά 100.000 πληθυσμού. Είμαστε η πρώτη χώρα στην Ευρώπη σε αριθμό ιατρών. Για να γίνει αυτό αντιληπτό παραθέτω συγκριτικά ότι η Αγγλία διαθέτει 213, η Σουηδία 325, η Γαλλία 330 και η Γερμανία 344 ανά 100.000 πληθυσμού.

Αντίθετα αισθήματα καταλαμβάνουν τον αναγνώστη όταν διαβάσει ότι η Ελλάδα είναι προτελευταία στον αντίστοιχο πίνακα των νοσηλευτών, με τελευταία χώρα την Τουρκία. Μόλις 338 νοσηλευτές ανά 100.000 πληθυσμού όταν οι πρώτες χώρες, το Μονακό, η Νορβηγία και η Ιρλανδία διαθέτουν αντίστοιχα άνω των 1.500 νοσηλευτών ανά 100.000 πληθυσμού, δηλαδή αναλογία που πλησιάζει το 1:5.

Ο προβληματισμός γίνεται ακόμα μεγαλύτερος, όταν ο αναγνώστης αντικρύσει το χάρτη επιβίωσης του πληθυσμού της Ευρώπης. Η χώρα μας κατατάσσεται μεταξύ των 15 κρατών μελών των ιδρυτικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης με λιγότερους από 600 θανάτους ανά 100.000 πληθυσμού, όταν οι πρώτες χώρες αντίστοιχα φθάνουν τους 1300 -1600 θανάτους.

Στην κατηγορία αυτή ανήκουν οι χώρες της ανατολικής Ευρώπης. Το αξιοπερίεργο στην όλη ιστορία είναι ότι ενώ οι θάνατοι από όλες σχεδόν τις παθήσεις μας κατατάσσουν μεταξύ των καλλυτέρων κρατών της Ευρώπης δεν συμβαίνει το ίδιο με τις καρδιαγγειακές παθήσεις.

Ενώ ο αριθμός των καρδιολόγων μας και των καρδιολογικών μηχανημάτων μας κατατάσσουν μεταξύ των τριών πρώτων χωρών της Ευρώπης, οι αριθμοί όσον αφορά τους θανάτους από τις καρδιοπάθειες είναι μάλλον ανησυχητικοί. Ιδιαίτερα για τους αρρώστους με στεφανιαία νόσο.

Ενώ οι θάνατοι από όλες τις άλλες καρδιακές παθήσεις συμπεριλαμβανομένων και των παθήσεων των πνευμόνων, μας κατατάσσουν μεταξύ των καλυτέρων (15,2 θάνατοι ανά 100.000 πληθυσμού), όσον αφορά τους θανάτους από στεφανιαία νόσο ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας μας κατατάσσει στην 20η θέση, κάτω από όλες τις άλλες χώρες της Δυτικής Ευρώπης με 81,9 θανάτους ανά 100.000 πληθυσμού με πρώτη τη Γαλλία, η οποία έχει 28,6 θανάτους.

Δηλαδή περίπου των 1/3 των δικών μας. Τι άραγε να φταίει που η χώρα μας βρίσκεται πίσω από όλες τις άλλες χώρες της Δυτικής Ευρώπης; Δύο είναι οι βασικοί παράγοντες. Ο αριθμός των ατόμων που προσβάλλονται κάθε χρόνο από στεφανιαία νόσο και οι τρόποι αντιμετώπισής της.

Ο τρόπος ζωής στον οποίο συμπεριλαμβάνονται το είδος διατροφής (λίπη, κρέατα), οι κακές καθημερινές συνήθειες (π.χ. κάπνισμα, η ακινησία κλπ.) σε συνδυασμό με τον εντοπισμό και τη σωστή αντιμετώπιση των παραγόντων κινδύνου (υπέρταση, υπερχοληστεριναιμία, διαβήτης, παχυσαρκία) αποτελούν τους ουσιαστικότερους παράγοντες για την εκδήλωση και εξέλιξη της στεφανιαίας νόσου.

Η μεταβολή του τρόπου ζωής δεν επαφίεται μόνο στους πολίτες αλλά είναι και έργο της πολιτείας που με τα μέτρα που καλείται να πάρει θα βοηθήσουν τους πολίτες σε αυτήν τους την προσπάθεια.

Στον δεύτερο όμως παράγοντα, δηλαδή την αντιμετώπιση της στεφανιαίας νόσου, η συμβολή της πολιτείας θα πρέπει να είναι αποτελεσματική. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η σύγχρονη οργάνωση του ΕΚΑΒ, ούτως ώστε ο ασθενής με έμφραγμα να βρίσκεται στο νοσοκομείο μέσα στην πρώτη ώρα του εμφράγματος και όχι στις 3 1/2 ώρες όπως συμβαίνει σήμερα.

Η οργάνωση της εκπαίδευσης και μετεκπαίδευσης των καρδιολόγων ιατρών με στόχο τη διασφάλιση υψηλού επιπέδου καρδιολόγων για όλη τη χώρα και όχι για ορισμένα κέντρα, όπως συμβαίνει σήμερα.

Στο κεφάλαιο αυτό θα πρέπει να προστεθεί και ο έλεγχος του τρόπου λειτουργίας των καρδιολογικών μονάδων και ιδιαίτερα των ιδιωτικών. Ουδείς γνωρίζει σήμερα στην Ελλάδα ποια είναι η εξέλιξη των αρρώστων που υφίστανται διάφορες επεμβάσεις και ουδείς γνωρίζει κατά πόσον εφαρμόζονται οι κατευθυντήριες οδηγίες για την επεμβατική αντιμετώπιση των ασθενών.

Είναι αποδεδειγμένο και δημοσιευμένο προ ετών σε εγκυρότατο σοβαρό ιατρικό περιοδικό (Lancet) ότι σε ημέρες γενικής απεργίας των ιατρών, η θνητότητα συγκριτικά δεν ήταν μεγαλύτερη. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με την Ιπποκρατική ρήση ‘ωφελείν, μη βλάπτειν’ θέτει το όλο θέμα επί τάπητος.

Άλλωστε, η καρδιολογία δεν είναι η ιατρική ειδικότητα μόνον του σωστού, αλλά του πράττειν σωστά σε συγκεκριμένο χρόνο. Εάν ο γιατρός πράξει σωστά χορηγώντας σωστά φάρμακα ή εκτελώντας σωστή επέμβαση σε λάθος χρόνο (όχι την κατάλληλη χρονική στιγμή) το αποτέλεσμα μπορεί να είναι αδιάφορο ή και απογοητευτικό για τον άρρωστο.

Άραγε οι σκέψεις αυτές μήπως πρέπει κάποια στιγμή να προβληματίσουν τους επικεφαλείς της Υγείας της χώρας;