Οι ρίζες του καρναβαλιού βρίσκονται στις αρχαίες ελληνικές παραδόσεις με επίκεντρο το θεό Διόνυσο : οι διονυσιακές γιορτές σχετίζονταν με το τέλος του χειμώνα και τον ερχομό της άνοιξης, συμβολίζοντας την αναγέννηση της φύσης και των ανθρώπινων ψυχών. Το καρναβάλι αποτελεί ένα χαρακτηριστικό στοιχείο της λαϊκής κουλτούρας και δε συνιστά μόνο ένα θέαμα προς παρακολούθηση αλλά ένα γεγονός στο οποίο όλοι οι συμμετέχοντες είναι ίσοι (π.χ. στην αρχαιότητα κατά τη διάρκεια των βάκχικων γιορτών οι δούλοι ελευθερώνονταν και μπορούσαν να διακωμωδήσουν τους αφέντες τους).

Ο ανατρεπτικός και πολιτικός χαρακτήρας του καρναβαλιού αναδείχτηκε ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια του μεσαίωνα, όταν το καρναβάλι υπήρξε το μέσο διά του οποίου αμφισβητήθηκε η κυρίαρχη κουλτούρα του κράτους και οι ιεραρχίες του μεσαιωνικού πολιτισμού. Όποιος κι αν είναι ο τρόπος με τον οποίο γιορτάζεται από τόπο σε τόπο και παρά την πολυμορφία του, το έθιμο του καρναβαλιού διατηρεί ανέπαφο το νόημά του : συνδέεται με τις έννοιες του θανάτου και της αναβίωσης, της αλλαγής και της ανανέωσης, με τη συναισθηματική εκτόνωση και την ξενοιασιά αλλά και με την προετοιμασία των χριστιανών για την περίοδο του Πάσχα.

Η βίωση της εμπειρίας του ζωντανού σώματος είναι αναμφισβήτητα ένας από τους λόγους που διατηρούν αναλλοίωτο το έθιμο του καρναβαλιού και ωθεί κάθε χρόνο άτομα κάθε ηλικίας να συμμετέχουν στην αναβίωσή του. Από μια παθητική και αμετάβλητη βιολογική ύπαρξη το σώμα μετατρέπεται, κατά τη διάρκεια των καρναβαλικών εκδηλώσεων, σε ένα ενεργητικό στοιχείο και μια δυναμική πραγματικότητα, βρίσκεται σε συνεχή επεξεργασία και κινητικότητα, πηγαίνει πέρα από τον εαυτό του.

Το σώμα παύει να υπόκειται σε περιορισμούς, απελευθερώνεται: ο στολισμός του σώματος, οι μάσκες, η θεατρικότητα, το φαντασμαγορικό παιχνίδι των χρωμάτων, η μουσική, ο χορός, η κοινή συμμετοχή στο τελετουργικό του καρναβαλιού και στη γιορτινή ατμόσφαιρα, σπάνε τα όρια μεταξύ του ατομικού και του συλλογικού, του πραγματικού και του φανταστικού, του ρεαλιστικού και του πλαστού, του λογικού και του παραλόγου.

Τα άτομα νιώθουν ότι ανατρέπουν τα κανονιστικά πρότυπα συμπεριφοράς και τις συμβατικές πλευρές της καθημερινής ζωής, ενώ τους δίνεται η δυνατότητα να καλλιεργήσουν τα στοιχεία του αυθορμητισμού, της εξωστρέφειας και της φαντασίας, της ειλικρινούς και άμεσης επικοινωνίας με τους άλλους. Το ζωντανό και μεταμφιεσμένο σώμα του καρναβαλιού χαρακτηρίστηκε από το ρώσο φιλόσοφο Mikhail Bakhtin (1895-1975) ως γκροτέσκο σώμα (σώμα σε υπερβολή). Υπογραμμίζοντας τη θετική και αναγεννησιακή του δύναμη, υποστήριξε ότι το γκροτέσκο σώμα βρίσκεται εν τω γίγνεσθαι, αφού οικοδομείται και δημιουργείται συνεχώς χωρίς ποτέ να ολοκληρώνεται, ενώ παράλληλα συνιστά ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα σώματος που αντιστέκεται και είναι ανοιχτό στον έξω κόσμο.

Είναι γεγονός ότι πέρα από την ψυχαγωγία, η γιορτή του καρναβαλιού προσφέρει την αίσθηση αντίστασης στις κυρίαρχες σχέσεις εξουσίας και την ικανοποίηση του αισθήματος για απόδοση δικαιοσύνης (μέσω π.χ. της σάτιρας, της πολιτικής διακωμώδησης). Η προστασία της μάσκας και της μεταμφίεσης δίνει την ευκαιρία στα άτομα να εκφράσουν τη γνώμη και τα συναισθήματά τους για θέματα που απασχολούν την καθημερινότητά τους (π.χ. στους τομείς της υγείας, της παιδείας, της οικονομίας) ή την επικαιρότητα, να μεταφέρουν πληροφορίες και μηνύματα ή ακόμα και να διατυπώσουν αιτήματα.

Το καρναβάλι συνιστά, έτσι, έναν τρόπο για να ξορκίσουν τα άτομα τους φόβους τους μέσω περιπαικτικής διάθεσης και συλλογικού γέλιου, να ξεχάσουν, έστω και προσωρινά, τα προβλήματά τους αλλά και να κατασκευάσουν έναν ουτοπικό κόσμο ελευθερίας, ισότητας, αφθονίας. Η διαδικασία αυτή απελευθερώνει θετικά συναισθήματα (χαρά, ανακούφιση, διασκέδαση, ενθουσιασμό, ευφορία, κέφι, αισιοδοξία), εμπεριέχοντας αναζωογονητικές δυνάμεις.

Ίσως, όμως, η μεγαλύτερη γοητεία του τελετουργικού του καρναβαλιού είναι το γεγονός ότι προσφέρει μια συνεχώς αναδομούμενη αίσθηση ατομικής ταυτότητας. Δίνει τη δυνατότητα στα άτομα να κατασκευάσουν μια νέα αντίληψη για τον εαυτό τους, να παίξουν ρόλους και να γίνουν κάποιοι άλλοι από αυτό που είναι πραγματικά. Απαλλαγμένα από αναστολές και κανόνες, είναι από τις λίγες φορές που τα άτομα ρισκάρουν να εκτεθούν, ενώ αποκτούν τη δύναμη να προβάλλουν την εικόνα που αυτά θέλουν για τον εαυτό τους και να προκαλέσουν τις επιθυμητές εντυπώσεις μέσω της διαδικασίας της μεταμόρφωσης, η οποία, πέρα από την υιοθέτηση ενός διαφορετικού τρόπου συμπεριφοράς, υποβοηθείται από την ενδυμασία, τη μάσκα και το μακιγιάζ.

Όπως, εξάλλου, έχει αναφέρει χαρακτηριστικά ο σημαντικός παιδαγωγός, φιλόσοφος και δοκιμιογράφος του 20ού αιώνα Ευάγγελος Παπανούτσος «την προσδιοριστική, την περιοριστική δύναμη του φορέματος την αισθανόμαστε όταν ανταλλάσουμε το αληθινό μ’ένα ψεύτικο – που μας κρύβει. Π.χ. στην αποκριάτικη αμφίεση. Τότε έχουμε το αίσθημα ότι αποδεσμευτήκαμε, αποβάλαμε ένα μέρος του εαυτού μας, εκείνο που έχουμε συνθέσει για να το θεωρούν οι άλλοι (και ’μεις οι ίδιοι) για το πρόσωπό μας, και μπορούμε πια να παίζουμε ένα ρόλο – αυτόν που δεν έχουμε καθόλου ή συχνά το θάρρος ή την ευκαιρία να υποδυθούμε στην καθημερινή ζωή. Εάν μας αποσπάσουν την ψεύτικη περιβολή, ξαναγυρίζουμε στην τάξη και στη νηφαλιότητα – η παρένθεση έχει κλείσει» (1973, σσ.208-209).

Ας αφήσουμε, λοιπόν, το εορταστικό κλίμα των αποκριών να μας συνεπάρει για λίγο, και το κάψιμο του καρνάβαλου ας είναι η αφορμή για προσωπική αναγέννηση και μια δυναμική επανεκκίνηση στην καθημερινότητά μας.