Μια νέα μελέτη, η οποία διενεργήθηκε από Βρετανούς ερευνητές, παρέχει περαιτέρω στοιχεία για την θνησιμότητα από την βρετανική μετάλλαξη κορωνοϊού, καταδεικνύοντας ότι η μετάλλαξη αυτή (B.1.1.7), η οποία ανακαλύφθηκε για πρώτη φορά στο Ηνωμένο Βασίλειο, είναι πολύ πιο θανατηφόρα συγκριτικά με την αρχική μορφή του ιού.

Σύμφωνα με τη μελέτη, που δημοσιεύθηκε χθες στο περιοδικό Nature, οι επιστήμονες στη Σχολή Υγιεινής και Τροπικής Ιατρικής του Λονδίνου αναμένουν μεγαλύτερο κίνδυνο θνησιμότητας κατά 55% από την μετάλλαξη B.1.1.7 σε σύγκριση με τον αρχικό ιό. Στην μελέτη ελήφθησαν υπόψη γνωστοί παράγοντες κινδύνου μεταξύ των οποίων η ηλικία, το φύλο και η εθνικότητα.

Η μελέτη περιλάμβανε δεδομένα από περίπου 2,2 εκατομμύρια θετικά κρούσματα στο Ηνωμένο Βασίλειο, τα οποία καταγράφηκαν το χρονικό διάστημα από 1η Σεπτεμβρίου 2020 - 14 Φεβρουαρίου 2021.

Περίπου τα μισά από αυτά είχαν εξεταστεί λεπτομερώς εργαστηριακά σε ότι αφορά την μετάλλαξη. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, εάν συμπεριληφθούν και οι μη ελεγχόμενες και ενδεχομένως ανεπαρκώς ερευνηθείσες περιπτώσεις της βρετανικής μετάλλαξης  B.1.1.7, υπολογίζεται  ότι υπάρχει τουλάχιστον 61% υψηλότερος κίνδυνος θανάτου σε σύγκριση με τον αρχικό ιό.

Μια ανάλυση που δημοσιεύθηκε την περασμένη εβδομάδα σε Βρετανικό Ιατρικό Περιοδικό είχε καταδείξει παρόμοια αποτελέσματα. Ερευνητές από το Πανεπιστήμιο του Exeter διαπίστωσαν 64% υψηλότερο κίνδυνο θανάτου από την βρετανική μετάλλαξη B.1.1.7 συγκριτικά με άλλες μεταλλάξεις.

Οι επιστήμονες ανέλυσαν τα θανατηφόρα περιστατικά ανάμεσα σε σχεδόν 110.000 επιμολυσμένους ηλικίας άνω των 30 ετών που είχαν έρθει σε κέντρα τεστ κορωνοϊού. Αρκετές μελέτες πάντως έχουν δείξει ότι τα υφιστάμενα εμβόλια μπορούν σε μεγάλο βαθμό να αποτρέψουν θανάτους.