Σχεδόν το 70% των ενηλίκων με COVID-19 που δεν χρειάζονται νοσηλεία. επισκέπτονται γιατρό τουλάχιστον μια φορά μεταξύ πρώτου και έκτου μήνα μετά τη διάγνωση λόγω επίμονων συμπτωμάτων του ιού, αναφέρει νέα έρευνα του U.S. Centers for Disease Control and Prevention.

Σε αυτό περιλαμβάνεται 88% αυτών με ηλικία τουλάχιστον 65 ετώνμ οι οποίοι χρειάστηκαν βοήθεια από γιατρούς πρωτοβάθμιας περίθαλψης έως 7 φορές κατά μέσον όρο, τους πρώτους 6 μήνες μετά τη διάγνωση για covid-19.

Η παρουσία ενεργών συμπτωμάτων διάγνωσης COVID-19 και οι επισκέψεις σε ειδικούς υποδεικνύουν ότι ορισμένοι ασθενείς που δεν νοσηλεύτηκαν, περιλαμβανομένων ασυμπτωματικών ή με ελαφρά νόσηση, πιθανόν έχουν ανάγκες περίθαλψης που διαρκούν καιρό μετά τη διάγνωση.

Ακόμα και σε ανθρώπους με ελαφρά νόσο COVID-19, συμπτώματα του ιου όπως πονοκέφαλος και κόπωση μπορεί ενδεχομένως να διαρκούν μήνες μετά τη λοίμωξη, έδειξε η έρευνα.

Ερευνητές του CDC και του Kaiser Permanente Georgia ανέλυσαν αρχεία 3,200 ενηλίκων με λοιμώξεις που δεν νοσηλεύτηκαν.

Μεταξύ 28 και 180 ημερών μετά τη διάγνωση της COVID-19, το 69% χρειάστηκαν τουλάχιστον 1 επίσκεψη σε γιατρό.

Περίπου μισοί από τους ασθενείς είχαν τουλάχιστον μια πάθηση πριν τη διάγνωση με COVID-19 περιλαμβανομένου ποσοστού 16% με υπέρταση και 10% με διαβήτη.

Ένας στους 6 ασθενείς με COVID-19 που χρειάστηκαν περίθαλψη μήνες μετά τη διάγνωση έλαβαν αγωγή για παθήσεις που πιθανόν σχετίζονται με τον κορωνοιό, όπως εξανθήματα, προβλήματα ψυχικής υγείας και πεπτικές διαταραχές.

Έγχρωμοι αποτελούσαν πάνω από το ήμισυ όσων χρειάστηκαν συμπληρωματική βοήθεια ενώ λευκοί αποτελούσαν το 25%.

Συγκριτικά, ασθενείς με COVID-19 που δεν νοσηλεύτηκαν χρειάστηκαν περίπου 25% περισσότερες επισκέψεις σε γιατρούς μετά τη λοίμωξη σε σχέση με όσους μολύνθηκαν από γρίπη στην Ισπανία το 2009.

Κατά τη διάρκεια των επισκέψεων, σχεδόν 1 στους 4 ασθενείς αντιμετωπίστηκαν για βήχα, δύσπνοια, πόνο στο θώρακα ή το λαιμό και κόπωση, που πιθανόν αντιπροσώπευαν συνεχιζόμενα συμπτώματα της COVID-19.