Η Νυκτερινή Ενούρηση (ΝΕ) ορίζεται ως μη ελεγχόμενη απώλεια ούρων μία ή περισσότερες φορές κατά τον βραδυνό ή/και το μεσημεριανό ύπνο σε παιδιά με χρονολογική  ή αναπτυξιακή ηλικία (IQ )άνω των 5 ετών. Προϋποθέτeι απουσία συγγενούς ή επίκτητης ανωμαλίας του ΚΝΣ ή του ουροποιητικού, παρουσία διαβήτη ή παθήσεων της Οσφυοϊεράς Μοίρας Σπονδυλικής Στήλης σε ηλικία που το παιδί μπορεί να μείνει στεγνό. Η διάρκεια πρέπει να είναι τουλάχιστον 3 μήνες με ένα το λιγότερο επεισόδιο ανά μήνα.

Ημερήσια Ενούρηση είναι ή ακούσια ή σκόπιμη απώλεια ούρων κατά τη διάρκεια της ημέρας όταν το παιδί δεν κοιμάται (Ακράτεια ούρων).

Η νυκτερινη ενούρηση σύμφωνα με την Παιδιατρική και Ουρολογική Βιβλιογραφία, κυρίως αποδίδεται στη δυσαρμονία ανάμεσα στη χωρητικότητα της ουροδόχου κύστης και του νυκτερινού ρυθμού παραγωγής ούρων επι παρουσίας μιάς προβληματικής αφύπνισης.

Η ΝΕ θεωρείται Πρωτοπαθής όταν το παιδί δεν έχει μείνει ποτέ στεγνό τη νύκτα για τουλάχιστον 6 μήνες και Δευτεροπαθής όταν έχει μείνει στεγνό για 6 μήνες τουλάχιστον μετά την ηλικία των 5 ετών. Το 80% των ενουρετικών παιδιών έχουν Πρωτοπαθή και 20% δευτεροπαθή ενούρηση.

Η δευτεροπαθής εμφανίζεται συνήθως μετά από γεγονότα στο οικογενειακό περιβάλλον που προκαλούν άγχος και ανασφάλεια στο παιδί, όπως διαζύγιο, απώλεια προσφιλούς προσώπου, αλλαγή κατοικίας ή γέννηση αδελφού.

Διακρίνεται σε Μονοσυμπτωματική όταν δεν υπαρχουν άλλα συνοδά συμπτώματα και σε Μη Μονοσυμπτωματική ή Επιπεπλεγμένη όταν υπάρχει συμπτωματολογία σχετιζόμενη με δυσλειτουργία του κατώτερου ουροποιητικού συστήματος ή γενικότερη παθολογία.

Ποσοστό 20% των παιδιών με ΝΕ έχουν σημαντικά ημερήσια συμπτώματα και τότε μιλάμε για δυσλειτουργική κύστη, ενώ 15% παρουσιάζουν και εγκόπριση.

Η ΝΕ είναι συχνή και απασχολεί το 20% των παιδιών στα 5 έτη ζωής, 15.5% στα 7.5 έτη ζωής, 5% στα 10, 1-2% στα 15 και στο 0.5-1% συνεχίζεται στην ενήλικη ζωή.

Η συχνότητα της ημερήσιας απώλειας ούρων ανέρχεται σε 15% των παιδιών ηλικίας 4.5 ετών και στο 5% στα παιδιά ηλικίας 9.5 έτών με ΝΕ.

Τα αγόρια με ΝΕ υπερέχουν των κοριτσιών με αναλογία 2:1.

Αναφέρεται ότι 15% των ενουρετικών σταματούν να βρέχονται αυτόματα κάθε χρόνο.

Η Ενούρηση δεν είνει μία νόσος, είναι ένα σύμπτωμα. Αποτελεί το πιό ενοχικό σύμπτωμα της παιδικής και εφηβικής ηλικίας. Είναι η αιτία μεγάλου άγχους και ταλαιπωρίας της οικογένειας.

Επιφέρει μεγάλη οικονομική επιβάρυνση στον οικογενειακό προγραμματισμό. Στις ΗΠΑ υπολογίζουν το κόστος σε 1.000 δολλάρια ανά παιδί ανά έτος.Μετά την ηλικία των 8 ετών, έχει συμπεριφορολογικες και ψυχολογικές επιπτώσεις.

Η ΝΕ κυρίως όταν συνοδεύεται από ημερήσιες απώλειες δημιουργεί θέματα κοινωνικοποίησης για το παιδί που μπορεί να γίνει θύμα εκφοβισμού (bullying) και στιγματισμού στό σχολείο και να αναπτύξει χαμηλό αίσθημα αυτοεκτίμησης (low self esteem).

Η ΝΕ εχει θεωρηθεί σαν μία απλή καλοήθης αυτοπεριοριζόμενη κατάσταση. Εν τούτοις, υπάρχει συσσώρευση αποδείξεων ότι είναι μία σύμπλοκη, ετερογενής διαταραχή όπου ενέχονται πολλαπλοί παθογενετικοί παράγοντες και τελικά δεν τόσο καλοήθης ούτε τόσο εύκολα αυτοπεριοριζόμενη.

Οι κυριότεροι αιτιολογικοί παράγοντες είναι οι κατωτέρω:

  1. Oικογενής προδιάθεση. Οταν ο ένας γονέας ήταν ενουρετικός, κάθε παιδί έχει πιθανότητα 44% να είναι ενουρετικό. Αν και οι δύο γονείς ήταν ενουρετικοί η πιθανότητα  ανέρχεται σε 77% για κάθε παιδί.
  2. Αναπτυξιακή καθυστέρηση στην ωρίμανση του ελέγχου της ουροδόχου κύστης από το ΚΝΣ. Αφορά το τοίχωμα της κύστης (μικρή χωρητικότητα) και την αστάθεια του τοιχώματος (ασταθείς συσπάσεις). Τα ανωτέρω συνδέονται με  προβληματικό έλεγχο από το Κεντρικο Νευρικό Σύστημα, τόσο στο τοίχωμά της όσο και του σφιγκτήρα της ουρήθρας. Η ανωτέρω δυσλειτουργία αποδίδεται σε ανωμαλία των νευροδιαβιβαστών του ΚΝΣ.
  3. Δυσκολία στην έγερση από τον ύπνο (deep sleepers). Mε πολυϋπνογράφημα και σύγχρονη καταγραφή της λειτουργίας της κύστης κατά τον ύπνο, επιβεβαιώθηκε μία αλληλεπίδραση ανάμεσα στην υπερδραστηριότητα της κύστης και την αφύπνιση του εγκεφάλου, δηλαδή «ένας διάλογος κύστης – εγκεφάλου». Φαίνεται ότι δεν είναι ένα απλό πρόβλημα αφύπνισης, αλλά ένας περισσότερο σύνθετος μηχανισμός που εμπλέκονται πάλι οι νευροδιαβιβαστές.
  4. Νυκτερινή πολυουρία λόγω χαμηλών επιπέδων αντιδιουρητικής ορμόνης (ADH) κατά την διάρκεια της νύκτας, με αποτέλεσμα παραγωγή μεγάλου όγκου ούρων που δεν μπορεί να φιλοξενήσει η κύστη.
  5. Aπόφραξη της ανώτερης αναπνευστικής οδού όπως από αδενοειδείς εκβλαστήσεις ή παχυσαρκία (Παιδιά που ροχαλίζουν)
  6. ΄Εντονη δυσκοιλιότητα
  7. Συμπεριφοριολογικές, συναισθηματικές και ψυχολογικές διαταραχές. Τό 20 -30 % των παιδιών με νυκτερινή ενούρηση έχουν τουλάχιστον μία ψυχολογική/ψυχιατρική διαταραχή, 20-40% των παιδιών με ημερήσια απώλεια ούρων και 30-50% όταν παρουσιάζουν και εγκόπριση.  Η αυξημένη επίπτωση των ψυχολογικών διαταραχών πρέπει να θεωρείται σαν μία σύμπλοκη κατάσταση που επηρεάζει τη διαδικασία της επίτευξης «του στεγνού κρεββατιού».
  8. Διαταραχές της προσοχής με υπερκινητικότητα (ADHD)

Διάφορες νοσηρές καταστάσεις

Ο Θεράπων ιατρός θα πρέπει να κατηγοριοποιήσει την ενούρηση βάσει:

  1. Λεπτομερούς Ιστορικού του παιδιού και της οικογένειας
  2. Ενδελεχούς κλινικής εξέτασης
  3. Εργαστηριακού ελέγχου που ανάλογα με τα υπάρχοντα στοιχεία μπορεί να είναι περιορισμένος ή πολύ εκτεταμένος.

Η αρχική εκτίμηση αρχίζει από τα 5 χρόνια ζωής και ανάλογα άν είναι πρωτοπαθής, δευτεροπαθής, απλή ή επιπεπλεγμένη, θα αποφασισθεί η ηλικία παρέμβασης.

Η αντιμετώπιση μπορει να περιλάβει τα κατωτέρω κατά μόνας ή σε συνδυασμό. :

  • Γενικά μέτρα που εξατομικεύονται κατά περίπτωση
  • Φαρμακευτική αγωγή
  • Θεραπεία συμπεριφοράς (Ξυπνητήρι Ενούρησης)
  • Ψυχοκοινωνική υποστήριξη.