Κύριε Χαραμή, από τη δοκιμασία της πανδημίας με τον Covid-19, το Ερρίκος Ντυνάν βγαίνει πιο θωρακισμένο;

Στην πραγματικότητα, από την πανδημία δεν δοκιμάστηκε η θωράκισή μας. Αντιθέτως, αυτή επιβεβαιώθηκε από την πρώτη στιγμή. Δεν θα ήταν υπερβολή να αναφέρω ότι το Ερρίκος Ντυνάν ήταν έτοιμο να αντιμετωπίσει δύσκολες και πρωτόγνωρες καταστάσεις τέτοιας κλίμακας. Μπορεί να ήταν και μια ευτυχής συγκυρία, αλλά μόλις δύο εβδομάδες πριν βρεθούμε όλοι μας αντιμέτωποι με το πρώτο κύμα της πανδημίας, το νοσοκομείο είχε αξιολογηθεί από διεθνείς επιθεωρητές σε περίπου 1.200 μετρήσιμα στοιχεία, που καλύπτουν το σύνολο της λειτουργίας του, στη βάση των πλέον σύγχρονων προτύπων, και έλαβε την κορυφαία παγκοσμίως διαπίστευση υπηρεσιών υγείας κατά JCI.

Συνεπώς, όλα τα διεθνή πρωτόκολλα που προβλέπονται και για την αντιμετώπιση ανάλογων καταστάσεων, εφαρμόζονταν ήδη από το Ντυνάν και η αρμόδια Επιτροπή Λοιμώξεων του νοσοκομείου βρισκόταν σε εγρήγορση. Εκείνο που αναδείχθηκε στους μήνες που ακολούθησαν ήταν η ετοιμότητα του Ερρίκος Ντυνάν να προσαρμοστεί άμεσα και να αντεπεξέλθει σε κάθε νέα δοκιμασία, στηρίζοντας αποτελεσματικά και το εθνικό σχέδιο απέναντι στην πανδημία του κορωνοϊού. Δεν αναφέρομαι τόσο στη νοσηλεία περιστατικών Covid-19 και την αποστολή ιατρών και νοσηλευτών σε δημόσια νοσοκομεία της Βόρειας Ελλάδας που δοκιμάζονταν σκληρά, όσο στις εφημερίες του ΕΣΥ που το Ντυνάν κάλυψε σχεδόν επί τρεις μήνες, αποκλειστικά με το δικό του ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό, επιτρέποντας στις δημόσιες δομές υγείας να πάρουν ανάσες.

Για πρώτη φορά στα ελληνικά χρονικά ένα ιδιωτικό νοσοκομείο εντάχθηκε στο πρόγραμμα εφημεριών του ΕΣΥ. Ήταν ένα πρωτόγνωρο στοίχημα και νομίζω ότι είναι καθολική η αναγνώριση ότι το Ντυνάν αντεπεξήλθε με εξαιρετική επιτυχία. Αποδείξαμε ότι είμαστε παρόντες και μπορούμε να διαχειριστούμε τις πλέον ασυνήθιστες και πιεστικές καταστάσεις -κι αυτό προσθέτει υπεραξία στο νοσοκομείο.

Εφόσον ο δρόμος της επιστροφής στην κανονικότητα έχει ανοίξει, τα επόμενα βήματα ποια είναι;

Θέλουμε να ελπίζουμε ότι όντως αυτή η πανδημία βρίσκεται πίσω μας, αλλά είναι βέβαιο ότι διαθέτουμε την πείρα, τους αυτοματισμούς και το ανθρώπινο δυναμικό για να διαχειριστούμε κάθε εξέλιξη, διαμορφώνοντας τη δική μας κανονικότητα και στοχεύοντας πάντοτε στην παροχή υπηρεσιών υγείας υψηλού επιπέδου. Η ενίσχυση του Ερρίκος Ντυνάν τόσο σε τεχνολογικό εξοπλισμό όσο και σε εξειδικευμένο ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό είναι συνεχής και δεν σταμάτησε ούτε στη διετία της πανδημίας.

Μέσα σε αυτή την πιεστική περίοδο, άλλωστε, στα περισσότερα τμήματα του νοσοκομείου δημιουργήθηκαν νέες κλινικές με καταξιωμένους ιατρούς, όπως και εξειδικευμένα ιατρεία, ενώ δόθηκε έμφαση και σε κινήσεις που συνδέονται με την καινοτομία και την εξέλιξη της ιατρικής επιστήμης, στην οποία επίσης το Ντυνάν φιλοδοξεί να έχει έναν πρωταγωνιστικό ρόλο. Ενδεικτικά αναφέρω τη λειτουργία Ιατρείου Κλινικής Γενετικής και Γενετικής Συμβουλευτικής (ι-ΓΕΝ), υπό τη διεύθυνση του διεθνώς αναγνωρισμένου καθηγητή Ενδοκρινολογίας και Ιατρικής Γενετικής κ. Κωνσταντίνου Στρατάκη, που διευρύνει τον ρόλο του νοσοκομείου και στο πεδίο της έρευνας.  Η πανδημία, βέβαια, άλλαξε τα χρονοδιαγράμματα για πρωτοβουλίες και δράσεις με μαζικότητα, που αναγκαστικά επανασχεδιάζονται με την επιστροφή σε μια κανονικότητα. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και το 1ο Πολυθεματικό Πανελλήνιο Συνέδριο / «Γεφυρώνοντας τις βαθμίδες, περίθαλψης» που διοργανώνουμε στις 23-25 Σεπτεμβρίου, μέσω του οποίου προσδοκούμε να δημιουργήσουμε τη δική μας παράδοση, αναδεικνύοντας όλες τις τελευταίες επιστημονικές εξελίξεις και καινοτομίες στον χώρο της ιατρικής. Πρόκειται για νέο σταθμό στη διαδρομή του Ντυνάν, που θα επισφραγίζει και το νέο μοντέλο λειτουργίας του.

Την τελευταία περίοδο καταγράφεται σειρά νομοθετικών παρεμβάσεων για εξορθολογισμό στον χώρο της δημόσιας υγείας (νέο ΕΣΥ, προσωπικός γιατρός κ.ά.). Πώς κρίνετε αυτές τις αλλαγές; Ανοίγουν το πεδίο για Συμπράξεις Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα;

Η αλήθεια είναι ότι κάθε κίνηση κρίνεται εκ του αποτελέσματος, αλλά είναι προφανές ότι κι εμείς παρακολουθούμε με ενδιαφέρον αυτές τις πρωτοβουλίες. Και όχι από την οπτική των ανταγωνιστών. Η πανδημία ανέδειξε, άλλωστε, την αναγκαιότητα ενός ισχυρού δημόσιου συστήματος υγείας αλλά και της στενής συνεργασίας μεταξύ των δύο συστημάτων. Η αντίληψη ότι ο δημόσιος και ο ιδιωτικός τομέας υγείας ανταγωνίζονται είναι εντελώς εσφαλμένη, γιατί ο ιδιωτικός είναι συμπληρωματικός του δημόσιου τομέα. Ως προς τα περιθώρια συνεργασίας δημόσιου και ιδιωτικού τομέα υπήρχαν και θα υπάρχουν πάντα, αρκεί να είναι ξεκάθαροι οι στόχοι και οι όροι αυτής της συνεργασίας. Σε μια τέτοια περίπτωση όλες οι πλευρές θα είχαν μόνο οφέλη. Αυτό, όμως, προϋποθέτει αφενός να υιοθετήσει το Δημόσιο τις ανάλογες βέλτιστες πρακτικές, την αυτονόητη ανάγκη να λειτουργήσουν τα δημόσια νοσοκομεία με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια, αφετέρου να αναδείξει το ιδιωτικό σύστημα περίθαλψης και τον κοινωνικό ρόλο του.

Οι σχέσεις ασφαλιστικών εταιρειών και ιδιωτικών κλινικών πώς διαμορφώνονται;

Και εδώ η εικόνα ενός ανταγωνισμού μέσα από τον οποίο πρέπει κάποιος να εξασφαλίσει ευνοϊκότερη θέση, είναι στρεβλή. Ανεξάρτητα από τους επιχειρηματικούς σχεδιασμούς που κάνει ο καθένας, όλοι βρίσκονται στην ίδια πλευρά, προσφέροντας υπηρεσίες σε ένα κοινωνικό σύνολο. Η σχέση ασφαλιστικών εταιρειών και ιδιωτικών κλινικών θα έπρεπε από χρόνια να είναι αμφίδρομη, γιατί μόνο μέσα από ένα πλάνο στενής συνεργασίας μπορούν να επιτύχουν και οι δύο πλευρές θετικά αποτελέσματα. Η αδυναμία καλής συνεργασίας καταλήγει τελικώς εις βάρος του ασφαλισμένου και πλήττει το κύρος και την αξιοπιστία και των δύο. Για το Ερρίκος Ντυνάν αυτή η προσέγγιση έχει αξιακό χαρακτήρα, γιατί δεν αντιμετωπίζει τον ασθενή ως πελάτη.