Το αντιφατικό στοιχείο με την ανοσία στον κορωνοϊό έπειτα από νόσηση και εμβολιασμό, παρουσιάζουν οι επιστήμονες του Ευρωπαϊκού Κέντρου Ελέγχου Νοσημάτων (ECDC).

Αναφερόμενοι στην αποκαλούμενη "υβριδική ανοσία", σημειώνουν πως τα δεδομένα δείχνουν πως οι άνω των 60 ετών σπάνια εκτίθενται στην παραλλαγή Όμικρον του ιού, σε αντίθεση με τους νέους. Αυτό σημαίνει πως δεν μπορούν να πετύχουν ανοσία από νόσηση και εμβολιασμό, όσο εύκολα μπορούν οι νεότεροι.

Το παράδοξο είναι πως, αν και έχουν πολύ πιο χαμηλή έκθεση στην Όμικρον, διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο σοβαρής νόσησης ή θανάτου στην περίπτωση που μολυνθούν.

Το θέμα αναλύεται σε χθεσινή έκθεση του ECDC, με θέμα την εξέλιξη της πανδημίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Όπως αναφέρεται, η ανοσία του πληθυσμού μπορεί να είναι ευρεία εκτιμάται μετρώντας τόσο την εμβολιαστική κάλυψη όσο και το ποσοστό του πληθυσμού που έχει βιώσει προηγουμένως μόλυνση.

Λόγω της πρόσφατης έκθεσης μεγάλου αριθμού του πληθυσμού στις παραλλαγές Όμικρον 1 και 2, η υβριδική ανοσία, η οποία αναπτύχθηκε μέσω ενός συνδυασμού πλήρους πρωτογενούς εμβολιασμού και τουλάχιστον μίας προηγούμενης μόλυνσης, είναι πιθανό να παίξει ολοένα και πιο σημαντικό ρόλο στην προστασία του πληθυσμού.

Η υβριδική ανοσία προκύπτει από την επίδραση του βλεννογόνου IgA και των κυττάρων Τ, CD4 και CD8 που βρίσκονται στον ιστό και δεν προκαλούνται από εμβολιασμό. Σε σχέση με την Όμικρον, η υβριδική ανοσία έχει αποδειχθεί ότι παρέχει καλύτερη προστασία έναντι στη λοίμωξη από κορωνοϊό και στη σοβαρή νόσηση (νοσηλεία και θάνατος), σε σύγκριση με εμβόλια ή την ανοσία που προκαλείται μόνον από μόλυνση.

Μειώνεται αργά

Τα στοιχεία μέχρι σήμερα υποδεικνύουν, παράλληλα, πως η προστασία από την Όμικρον έναντι της λοίμωξης και της σοβαρής ασθένειας που παρέχεται από τις υβριδικές ανοσοαποκρίσεις, μειώνεται πιο αργά από την προστασία που παρέχεται μόνο από την επαγόμενη από το εμβόλιο ή από λοίμωξη ανοσία.

Μέχρι στιγμής, δεν έχουν καθοριστεί τα επίπεδα τίτλου αντισωμάτων ως προς την προστασία έναντι της λοίμωξης από SARS-CoV-2 και δεν έχει συσχετιστεί ανοσολογικά η προστασία έναντι σοβαρής νόσου. Ωστόσο, Οι τίτλοι αντισωμάτων εξουδετέρωσης ορού είναι καθιερωμένοι προγνωστικοί παράγοντες προστασίας έναντι της μόλυνσης από SARS-CoV-2.

Μία σειρά από ορο-επιδημιολογικές μελέτες, βάσει ηλικίας, παρέχουν μία βάση για την εκτίμηση της αναλογίας των πληθυσμού με ειδικά αντισώματα για τον SARS-CoV-2 ανά χώρα. Αυτά, με τη σειρά τους, παρέχουν μια βάση για την εκτίμηση της προβλεπόμενης επιβάρυνσης της νόσου και την αξιολόγηση του πιθανού οφέλους από πρόσθετες αναμνηστικές δόσεις κατά τη διάρκεια περιόδων έξαρσης.

Τέτοιες μελέτες είναι ιδιαίτερα κατατοπιστικές όταν χρησιμοποιούν ποσοτικές αναλύσεις για τον προσδιορισμό του επιπέδου των επαγόμενων αντισωμάτων, τόσο από εμβόλιασμό, όσο και από φυσική νόσηση ή υβριδική ανοσία στον πληθυσμό.

Κατανόηση τάσεων

Δεδομένου ότι τα αντισώματα ορού μειώνονται με την πάροδο του χρόνου, είναι απαραίτητες μελέτες για την κατανόηση των τάσεων και της δυνατότητας νέων παραλλαγών του ιού να διαφεύγουν του ανοσοποιητικού.

Ορο-επιδημιολογικές μελέτες που έχουν γίνει πριν και μετά την εμφάνιση της Όμικρον, έχουν δείξει πως - παρά την αυξημένη επίπτωση σε όλες τις ηλικίες - οι μεγαλύτερες ηλικιακές ομάδες έχουν μικρότερη πιθανότητα μόλυνσης από Όμικρον. Στον αντίποδα, άτομα ηλικίας 60 ετών και άνω, διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο νοσηλείας ή θανάτου από CoViD, ενώ έχουν τα χαμηλότερα ποσοστά υβρικής ανοσίας.

Αυτό δείχνει πως δεν ευσταθούν εκτιμήσεις περί ομοιόμορφης ανάπτυξης υβριδικής ανοσίας στον πληθυσμό.

Στοιχεία από μελέτες για τη συνδυασμένη επίδραση της φυσικά αποκτημένης ανοσίας και της επαγόμενης από το εμβόλιο ανοσίας, υποδεικνύουν ένα επιπλέον στρώμα προστασίας για άτομα με υβριδική ανοσία. Ωστόσο, η κλίμακα της φυσικής επίκτητης ανοσίας σε έναν πληθυσμό είναι δύσκολο να ποσοτικοποιηθεί, λόγω ζητημάτων, όπως η υπο-καταγραφή των κρουσμάτων και οι επαναμολύνσεις, η έλλειψη αμερόληπτων και διαχρονικών δεδομένων οροεπιπολασμού.

Δημ.Κ.