Άνθρωποι που νόσησαν από COVID-19 είχαν υψηλότερο κίνδυνο για επικίνδυνους θρόμβους σχεδόν 1 χρόνο αργότερα, αναφέρει νέα μεγάλη έρευνα για τις συνέπειες της λοίμωξης από SARS-CoV-2 την περίοδο πριν γίνουν διαθέσιμα τα εμβόλια.

Όπως φάνηκε και σε άλλες έρευνες, η COVID-19 συνδεόταν με απότομα αυξημένο κίνδυνο παθήσεων που συνδέονταν με θρόμβους, όπως έμφραγμα και εγκεφαλικό επεισόδιο, αμέσως μετά τη διάγνωση σε σχέση με ανθρώπους που δεν νόσησαν. Η νέα έρευνα ανακάλυψε ότι ο κίνδυνος παρέμενε υψηλός για ορισμένα προβλήματα έως 49 εβδομάδες αργότερα.

Τότε, ο κίνδυνος εν τω βάθει φλεβικής θρόμβωσης ήταν σχεδόν διπλάσιος σε ανθρώπους με COVID-19 έναντι όσων δεν νόσησαν, αναφέρει η έρευνα που δημοσιεύτηκε στο Circulation.

Η έρευνα χρησιμοποίησε στοιχεία 48 εκατομμυρίων ανθρώπων στη Βρετανία και Ουαλία από τον Ιανουάριο 2020 μέχρι την ημέρα πριν τη διαθεσιμότητα των εμβολίων.

Επικεφαλής της έρευνας ήταν ο Jonathan Sterne, του University of Bristol.

Η έρευνα εστίασε στο αποτέλεσμα 1.4 εκατομμυρίων διαγνώσεων COVID-19, που οδήγησε σε 10.500 επιπλέον περιστατικά προβλημάτων σχετικών με θρόμβωση.

Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι την πρώτη εβδομάδα μετά από διάγνωση COVID-19, ο κίνδυνος δημιουργίας θρόμβων σε αρτηρία-το είδος που θα μπορούσε να προκαλέσει έμφραγμα ή εγκεφαλικό επεισόδιο- ήταν σχεδόν 22 φορές υψηλότερος σε σχέση με κάποιον χωρίς COVID-19.

Ο κίνδυνος μειώθηκε απότομα, σε λιγότερο από 4 φορές υψηλότερος τη δεύτερη εβδομάδα.

Ο Sterne δήλωσε ότι μεταξύ 27 και 49 εβδομάδων υπάρχει περίπου 30% αυξημένος κίνδυνος για θρόμβωση σε αρτηρίες. Η αύξηση είναι μεγαλύτερη για περισσότερο καιρό όσον αφορά θρόμβους σε φλέβες που περιλαμβάνουν την εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση και την πνευμονική εμβολή.

Την πρώτη εβδομάδα μετά τη διάγνωση COVID-19, ο κίνδυνος τέτοιων προβλημάτων στις φλέβες ήταν 33 φορές υψηλότερος. Μέχρι την τρίτη και τέταρτη εβδομάδα ήταν περίπου 8 φορές υψηλότερος.

Μεταξύ 27 και 49 εβδομάδων αργότερα, ο κίνδυνος παρέμενε σε 1.8 φορές υψηλότερος έναντι κάποιου που ποτέ δεν νόσησε από COVID-19.

Η  Dr. Karen Furie, του Rhode Island Hospital η οποία δεν έλαβε μέρος στην έρευνα, πιστεύει ότι πρόκειται για νέο στοιχείο-ότι ο κίνδυνος δεν υπάρχει μόνο γύρω από τον χρόνο της οξείας λοίμωξης COVID. Ο υψηλότερος κίνδυνος θρόμβων στις φλέβες παρά στις αρτηρίες προκάλεσε την προσοχή της.  

Ο αυξημένος κίνδυνος επέμενε, άσχετα από το αν κάποιος είχε νοσηλευτεί ή όχι- αν και όσοι νοσηλεύτηκαν είχαν μεγαλύτερο.

Ο κίνδυνος ήταν μεγαλύτερος σε έγχρωμους και Ασιάτες.

Γενικά όμως, οι θρόμβοι ήταν σπάνιοι. Η γενική αύξηση του κινδύνου εμφάνισης θρόμβου σε αρτηρία τις 49 εβδομάδες μετά τη διάγνωση COVID-19 ήταν 0.5%. Για τις φλέβες, ο κίνδυνος ήταν 0.25%.

Μετά από 1.4 εκατομμύρια διαγνώσεις COVID-19, αυτό αντιστοιχεί σε 7.200 επιπλέον εμφράγματα ή εγκεφαλικά επεισόδια και 3.500 επιπλέον περιστατικά πνευμονικής εμβολής, εν τω βάθει φλεβικής θρόμβωσης ή άλλων φλεβικών προβλημάτων.

Aν και αρκετές παραλλαγές του κορωνοιού έχουν προκύψει από τότε που έγινε η έρευνα, η Furie δήλωσε ότι οι πληροφορίες παραμένουν σχετικές.

Όπως σημειώνει, η έρευνα επιβεβαιώνει ότι η λοίμωξη με COVID έχει φλεγμονώδη επίδραση που μπορεί να προκαλέσει θρομβωτικά συμβάντα.

Πρόσθεσε ότι επι του παρόντος η έρευνα δείχνει ότι αν κάποιος είχε νοσήσει από  COVID-19, στη συνέχεια θα πρέπει να μιλήσει με τον γιατρό του σχετικά με τον έλεγχο του καρδιαγγειακού κινδύνου που πιθανόν είναι αυξημένος για κάποιο διάστημα.

Πηγές:
Circulation.