Οι κοιλιακές αρρυθμίες που δεν ανταποκρίνονται ούτε στη φαρμακευτική αγωγή ούτε σε καθετηριακή κατάλυση μπορούν συχνά να σταματήσουν με μια νέα μορφή θεραπείας, την αποκαλούμενη στερεοτακτική ακτινοαφαίρεση αρρυθμιών (STAR). Αυτό δείχνουν τα δεδομένα του ευρωπαϊκού δικτύου STOPSTORM.
Η σχετικά νέα αυτή μέθοδος αξιοποιεί τις τεχνολογικές εξελίξεις της σύγχρονης ακτινοθεραπείας που χρησιμοποιείται στην ογκολογία, επιτρέποντας την εξαιρετικά ακριβή στόχευση ιστών.
Στην περίπτωση της STAR, οι καρδιολόγοι και οι ηλεκτροφυσιολόγοι εντοπίζουν πρώτα τις περιοχές του μυοκαρδίου που προκαλούν τις αρρυθμίες και στη συνέχεια αυτές οι περιοχές στοχεύονται με ακτινοβολία από το εξωτερικό του σώματος, ενώ η καρδιά συνεχίζει να πάλλεται.
Η πρώτη εφαρμογή της θεραπείας έγινε το 2015. Μέχρι σήμερα δεν έχουν πραγματοποιηθεί τυχαιοποιημένες συγκριτικές μελέτες, ενώ οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις παραμένουν άγνωστες.
Η Ευρωπαϊκή Καρδιολογική Εταιρεία συνιστά τη χρήση της μόνο ως έσχατη λύση, σε ασθενείς στους οποίους όλες οι άλλες θεραπείες έχουν αποτύχει και οι οποίοι παραμένουν σε υψηλό κίνδυνο αιφνίδιου καρδιακού θανάτου, ακόμη και με εμφυτευμένο απινιδωτή (ICD).
Σε 28 κέντρα στην Ευρώπη, μεταξύ των οποίων και πανεπιστημιακά νοσοκομεία στη Γερμανία, συλλέγονται συστηματικά δεδομένα μέσω μητρώου ασθενών. Ερευνητική ομάδα από το Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Ουτρέχτης και το Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Σλέσβιχ-Χόλσταϊν στο Κίελο παρουσίασε πρόσφατα ενδιάμεσα αποτελέσματα.
Μέχρι στιγμής, η θεραπεία έχει εφαρμοστεί σε 193 ασθενείς με μέση ηλικία τα 68 έτη. Περίπου οι μισοί έπασχαν από ισχαιμική και οι υπόλοιποι από μη ισχαιμική μυοκαρδιοπάθεια. Όλοι είχαν δοκιμάσει αντιαρρυθμικά φάρμακα, συμπεριλαμβανομένης της αμιοδαρόνης, καθώς και κατά μέσο όρο δύο αποτυχημένες καθετηριακές επεμβάσεις. Όλοι οι ασθενείς έφεραν εμφυτευμένο απινιδωτή.
Η στοχευμένη περιοχή του μυοκαρδίου είχε μέγεθος 61–141 cm² και δέχθηκε δόση ακτινοβολίας 25 Gy.
Σε 107 ασθενείς είχε παρέλθει διάστημα άνω των έξι μηνών από τη θεραπεία. Σε αυτό το χρονικό διάστημα καταγράφηκε μείωση κατά μέσο όρο 80% στις κοιλιακές ταχυκαρδίες που κατέγραψε ο απινιδωτής, σε σύγκριση με τους έξι μήνες πριν τη θεραπεία. Επιπλέον, το 72% των ασθενών δεν χρειάστηκε ηλεκτρικό σοκ από τον απινιδωτή μετά τη θεραπεία.
Όσον αφορά την ασφάλεια, σε όλη την ομάδα των 193 ασθενών καταγράφηκαν 12 σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες που θεωρήθηκαν πιθανώς ή ενδεχομένως σχετιζόμενες με τη θεραπεία. Δεν αναφέρθηκαν θάνατοι που να αποδίδονται άμεσα στη διαδικασία.
Η θνησιμότητα της συνολικά πολύ βαριά πάσχουσας ομάδας παρέμεινε υψηλή, με 23 θανάτους στους πρώτους έξι μήνες και συνολικά 43 μέσα σε έναν χρόνο. Το ποσοστό επιβίωσης ήταν 88% στους έξι μήνες και 77% στους δώδεκα μήνες.
Ο David Krug, διευθυντής της Κλινικής Ακτινοθεραπείας στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο του Κιέλου, σημειώνει ότι τα αποτελέσματα αποτελούν σημαντικό βήμα προόδου, αλλά όχι ακόμη το τελικό σημείο ανάπτυξης της μεθόδου.
Όπως τονίζει, απαιτείται καλύτερη κατανόηση των ασθενών που ωφελούνται περισσότερο, της διάρκειας του αποτελέσματος και των μακροπρόθεσμων επιπτώσεων.
Το μητρώο συνεχίζεται και πλέον περιλαμβάνει περισσότερους από 350 ασθενείς, με τη στρατολόγηση και την παρακολούθηση να συνεχίζονται.
Πηγές:
Πανεπιστήμιο Κιέλου
Ειδήσεις υγείας σήμερα
Ανακαλείται συσκευασία με έτοιμη σαλάτα από τον ΕΦΕΤ
Οι γονείς στη Γερμανία εμπιστεύονται τους εμβολιασμούς
Αγαπηδάκη: Το Εθνικό Δίκτυο Τηλεϊατρικής αλλάζει τον χάρτη της Δημόσιας Υγείας στην Ελλάδα