Η πρώιμη έκθεση των παιδιών σε αυγά και φιστίκια θεωρείται ότι μπορεί να συμβάλει στην πρόληψη των τροφικών αλλεργιών. Ωστόσο, νέα αυστραλιανή μελέτη έδειξε ότι η καθημερινή κατανάλωση αυτών των τροφίμων από τις μητέρες κατά την εγκυμοσύνη και τον θηλασμό δεν προσφέρει αποδεδειγμένη προστασία στα παιδιά τους. Τα ευρήματα δημοσιεύθηκαν στο New England Journal of Medicine.
Οι ανοσολόγοι αποδίδουν την εμφάνιση τροφικών αλλεργιών στην αδυναμία του ανοσοποιητικού συστήματος να αναπτύξει ανοσολογική ανοχή, μια διαδικασία που φυσιολογικά πραγματοποιείται κατά τους πρώτους μήνες της ζωής. Για τον λόγο αυτό, συχνά συνιστάται η έγκαιρη εισαγωγή δυνητικά αλλεργιογόνων τροφίμων στη διατροφή των βρεφών.
Ισχυρά στοιχεία υπέρ αυτής της προσέγγισης είχε προσφέρει, πριν από περίπου μία δεκαετία, η μελέτη LEAP (Learning Early About Peanut). Στη συγκεκριμένη μελέτη, τα παιδιά κατανάλωναν τουλάχιστον 6 γραμμάρια πρωτεΐνης φιστικιού την εβδομάδα, μετά τον αποθηλασμό και έως την ηλικία των πέντε ετών. Η συχνότητα εμφάνισης αλλεργίας στα φιστίκια μειώθηκε κατά 86%.
Η ερευνητική ομάδα της Debra Palmer, από το Kids Research Institute Australia στο Νέντλαντς, κοντά στο Περθ, επιχείρησε να διερευνήσει εάν η έκθεση στα συγκεκριμένα αλλεργιογόνα μπορεί να ξεκινήσει ακόμη νωρίτερα, ήδη από την εγκυμοσύνη και τον θηλασμό.
Στη μελέτη PrEggNut συμμετείχαν συνολικά 2.137 έγκυες γυναίκες, οι οποίες σκόπευαν να θηλάσουν τα παιδιά τους για τουλάχιστον τέσσερις μήνες. Οι συμμετέχουσες κατανεμήθηκαν τυχαία σε δύο ομάδες. Στην πρώτη, οι μητέρες κλήθηκαν να καταναλώνουν τουλάχιστον έξι αυγά και 60 φιστίκια την εβδομάδα. Στη δεύτερη, τους ζητήθηκε να περιορίσουν την κατανάλωσή τους σε έως τρία αυγά και 30 φιστίκια εβδομαδιαίως.
Η μελέτη βασίστηκε σε προηγούμενα ευρήματα που υποδείκνυαν ότι σημάδια τροφικής αλλεργίας μπορούν να εμφανιστούν ήδη πριν από τον αποθηλασμό. Σε άλλες έρευνες, αντιγόνα φιστικιού είχαν ανιχνευθεί στο αμνιακό υγρό, όπου εκτιμάται ότι φτάνουν μέσω της διατροφής της εγκύου. Αντίστοιχα, τέτοια αντιγόνα υπάρχουν και στο μητρικό γάλα.
Οι ερευνητές υπέθεσαν ότι η μεταφορά αυτών των ουσιών μέσω του αμνιακού υγρού ή του μητρικού γάλακτος θα μπορούσε να εκθέσει το έμβρυο ή το βρέφος στα αλλεργιογόνα και να συμβάλει στην ανάπτυξη ανοσολογικής ανοχής.
Τα αποτελέσματα της PrEggNut, ωστόσο, δεν επιβεβαίωσαν αυτή την υπόθεση. Οι αλλεργιολογικοί έλεγχοι που πραγματοποιήθηκαν στα παιδιά στην ηλικία του ενός έτους έδειξαν ότι 83 από τα 1.066 παιδιά (7,8%) των οποίων οι μητέρες κατανάλωναν αυγά και φιστίκια εμφάνισαν αλλεργία σε ένα από τα δύο τρόφιμα, μέσω μηχανισμού που διαμεσολαβείται από την ανοσοσφαιρίνη Ε (IgE).
Στην ομάδα ελέγχου, η αντίστοιχη αναλογία ήταν 89 από τα 1.064 παιδιά (8,4%).
Ο σχετικός κίνδυνος υπολογίστηκε σε 0,93, με διάστημα εμπιστοσύνης 95% από 0,69 έως 1,26. Η διαφορά δεν ήταν στατιστικά σημαντική, επομένως δεν τεκμηριώθηκε ότι η αυξημένη κατανάλωση αυγών και φιστικιών από τις μητέρες μειώνει τον κίνδυνο αλλεργίας στα παιδιά.
Ούτε στα δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία, όπως η ευαισθητοποίηση που διαπιστώθηκε με δερματικές δοκιμασίες νυγμού (prick tests) ή η εμφάνιση εκζέματος στις ηλικίες των τεσσάρων και των 12 μηνών, παρατηρήθηκαν διαφορές μεταξύ των δύο ομάδων.
Στη μελέτη συμμετείχαν παιδιά με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης αλλεργίας, λόγω αλλεργικών παθήσεων στους γονείς ή στα αδέλφια τους. Οι ερευνητές είχαν εκτιμήσει ότι η συχνότητα των τροφικών αλλεργιών θα έφτανε το 16%. Στην πραγματικότητα, το ποσοστό ήταν περίπου το μισό, γεγονός που ενδεχομένως περιόρισε τη δυνατότητα της μελέτης να εντοπίσει μια πιθανή προστατευτική επίδραση.
Ακόμη και αν υπάρχει κάποια τέτοια επίδραση, εκτιμάται ότι θα είναι σαφώς μικρότερη από εκείνη που καταγράφηκε στη μελέτη LEAP για την πρώιμη εισαγωγή φιστικιών στη διατροφή των παιδιών.
Συνεπώς, τα ευρήματα της PrEggNut δεν παρέχουν επιστημονικά στοιχεία που να δικαιολογούν την έναρξη της έκθεσης στα αλλεργιογόνα σε ακόμη πρωιμότερο στάδιο, μέσω της διατροφής της μητέρας κατά την εγκυμοσύνη και τον θηλασμό.
Τα αποτελέσματα αυτά, πάντως, δεν αναιρούν τα ευρήματα προηγούμενων μελετών υπέρ της έγκαιρης εισαγωγής ορισμένων αλλεργιογόνων τροφίμων απευθείας στη διατροφή των βρεφών, όταν αυτό γίνεται στον κατάλληλο χρόνο και σύμφωνα με τις σχετικές ιατρικές οδηγίες.
Προσθέστε το iatronet.gr στο DiscoverΕιδήσεις υγείας σήμερα
Πώς υπολογίζουμε το σπλαχνικό λίπος - Τι αποκαλύπτει για την υγεία η περίμετρος της μέσης
Τα Διαγνωστικά Κέντρα ΒΙΟΤΥΠΟΣ και η GE HealthCare φέρνουν το μέλλον στη Μαγνητική Τομογραφία
Μελάνωμα στους ηλικιωμένους: Αποτελεσματική και ασφαλής η επικουρική ανοσοθεραπεία